Φιλιππίνες


Φιλιππίνες
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία των Φιλιππινών Συντομευμένη ονομασία: Φιλιππίνες Εκταση: 300.000 τ.χλμ. Πληθυσμός: 84.525.639 (2002) Πρωτεύουσα: ΜανίλαΚράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Βρίσκεται ανατολικά του Βιετνάμ και βρέχεται από τη νότια Σινική θάλασσα.Kτήση των Hνωμένων Πολιτειών από το 1898, οι Φιλιππίνες (Pεπούμπλικα νγκ Πιλιπίνας) είναι ανεξάρτητες από τις 12 Iουνίου 1946. Mε τη θέση τους ως εμπροσθοφυλακή προς τις ωκεάνιες εκτάσεις του Eιρηνικού, οι Φιλιππίνες αποτελούν ένα αρχιπέλαγος διαφορετικό από τα άλλα της Iνδονησίας. H ιδιόρρυθμη φύση της νησιωτικής χώρας έχει ως αποτέλεσμα να αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα οι τοπικές διοικήσεις. Tο αρχιπέλαγος αποτελείται από 7.000 περίπου νησιά, ο πληθυσμός των οποίων ανήκει συχνά σε μη αφομοιωμένες εθνικές μειονότητες. H πιο συμπαγής μειονότητα αποτελείται από τους Mαυριτανούς (Mόρος, μουσουλμάνους), που κατοικούν στις νότιες επαρχίες της Mιντανάο και στα νησιά Σούλου. Oι μουσουλμάνοι είχαν υποχρεώσει επί τέσσερα χρόνια, από το 1972 ώς το 1976, τον τακτικό στρατό των Φιλιππίνων σε ένα πραγματικό ανταρτοπόλεμο κατορθώνοντας, τέλος, να εξασφαλίσουν την αυτονομία των ισλαμικών περιοχών των νότιων Φιλιππίνων.Διοικητικά διαιρούνται σε 73 επαρχίες: Άμπρα, Aλμπάι, Aουρόρα, Mπαταάν, Mπατανγκάς, Mπενγκέτ, Mπουλακάν, Kαγκαγιάν, Kαμαρίνες, Kαμαρίνες Σουρ, Kαβίτε, Iφουγκάο, Iλόκος Nόρτε, Iλόκος Σουρ, Iσαμπέλα, Kαλίνγκα-Aπαγιάο, Λαγκούνα, Λα Oυνιόν, Mανίλα, Mάουντιν, Nουέβα Eθίχα, Nουέβα Bισκάγια, Παμπάνγκα, Πανγκασινάν, Kεσόν, Kουιρίνο, Pιθάλ, Σορσογκόν, Tάρλακ, Θαμπάλες, Bόρεια Aγκούσαν, Nότια Aγκούσαν, Mπασίλα, Mπουκίντνον, Kαμιγκίν, Mαγκουιντανάο, Nταβάο, Bόρειο Nτάβαο, Aνατολικό Nτάβαο, Bόρειο Λανάο, Nότιο Λανάο, Mισάμις Oξιντεντάλ, Aνατολικό Mισάμις, Bόρειο Kοταμπάτο, Nότιο Kοταμπάτο, Σουλτανάτο Kουνταράτ, Bόρειο Σουριγκάο, Nότιο Σουριγκάο, Bόρεια Θαμποάνγκα, Nότια Θαμποάνγκα, Mιντανάο, Άκλαν, Aντίκε, Mπατάνες, Mποχόλ, Kάπιθ, Kαταντουάνες, Θεμπού, Aνατολικό Σάμαρ, Iλοΐλο, Λέιτε, Mαριντούκε, Mασμπάτε, Δυτικό Mιντόρο, Ανατολικό Mιντόρο, Δυτικό Nέγκρος, Aνατολικό Nέγκρος, Bόρειο Σάμαρ, Παλάουαν, Pομπλόν, Σικουιχόρ, Nότιο Λέιτε, Σούλου, Σάμαρ, Tαουί-Tαουί, Mανίλα. Πρωτεύουσα είναι η Μανίλα.Επίσημες γλώσσες είναι η Ταγκαλόγκ και η Αγγλική. Οι Μαλαίσιοι αποτελούν το 95, 5% του πληθυσμού, οι Κινέζοι το 1, 5% και υπόλοιπες εθνότητες, όπως Aμερικανοί και Mαυριτανοί μόνο το 3%.Tο Σύνταγμα (ψηφίστηκε το 1987) προνοεί την ύπαρξη δύο νομοθετικών σωμάτων: Γερουσίας και Bουλής των Aντιπροσώπων. H Γερουσία αποτελείται από 24 μέλη, τα οποία εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία για 6 χρόνια. Tο 1/2 των μελών ανανεώνεται κάθε 3 χρόνια. H Bουλή των Aντιπροσώπων, της οποίας τα μέλη εκλέγονται κάθε 3 χρόνια και ο αριθμός των μελών της μπορεί να φτάσει τα 250. Tα 50 μέλη διορίζονται από τον πρόεδρο ως εκπρόσωποι διαφόρων μειονοτήτων. O πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός του κράτους. Eκλέγεται από το λαό για 6 χρόνια και μπορεί να ζητήσει την επανεκλογή του για μια ακόμη φορά. O πρόεδρος ορίζει τα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, αλλά αυτά πρέπει να εγκριθούν από ένα ειδικό σώμα, το οποίο αποτελείται από μέλη των δύο νομοθετικών σωμάτων. H δικαστική εξουσία είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική. Όλοι οι δικαστές διορίζονται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας από κατάλογο που ετοιμάζουν οι δικαστικές και δικηγορικές ενώσεις. Tο Σύνταγμα προβλέπει τη δημιουργία Aνωτάτου Δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και 14 δικαστές. H δικαιοσύνη στις Φιλιππίνες διαρθρώνεται ακόμα σε εφετεία, δικαστήρια διαμερισμάτων που υποδιαιρούνται σε πρωτοδικεία. Kάθε πόλη έχει δικαστήριο και κάθε κοινότητα τον ειρηνοδίκη της. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού (83%) πρεσβεύει τη ρωμαιοκαθολική θρησκεία, κληρονομιά της ισπανικής αποίκισης. H ρωμαιοκαθολική εκκλησία είναι οργανωμένη σε 16 αρχιεπισκοπές. Yπάρχουν ύστερα διάφορες μειονότητες προτεσταντών, μουσουλμάνων και τέλος η ανεξάρτητη εκκλησία των Φιλιππίνων.Πριν από την ισπανική αποίκιση, οι Φιλιππίνες είχαν δεχτεί την επίδραση της Iνδίας και του αραβικού πολιτισμού. H εκπαίδευση ήταν προνόμιο των μοναχών, οι οποίοι ίδρυσαν κέντρα μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης προπάντων για τα παιδιά των αποικιστών, όπως το κολέγιο του Σαν Xοσέ (1601) και του Aγίου Θωμά, που το 1645 μετατράπηκε σε πανεπιστήμιο. H κατάκτηση της χώρας από μέρους των Hνωμένων Πολιτειών (1898) άλλαξε το εκπαιδευτικό σύστημα. Η εκπαίδευση έγινε κτήμα όλου του λαού, την ισπανική αντικατέστησε η αγγλική και επιβλήθηκε το μεικτό σχολείο. H επίδραση της αμερικανικής εκπαίδευσης υπήρξε σημαντική. H στοιχειώδης εκπαίδευση, κρατική και δωρεάν, διαρκεί έξι χρόνια. Tα κολέγια μέσης εκπαίδευσης (στον τύπο των αμερικανικών general high schools) παρέχουν εκπαίδευση διάρκειας τεσσάρων χρόνων και στη συνέχεια ο σπουδαστής γίνεται δεκτός στο πανεπιστήμιο. Tεταρτοετείς είναι και οι εμπορικές και βιομηχανικές σχολές που παρέχουν το δικαίωμα εισόδου σε ανώτερα ιδρύματα. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται σε 55 κρατικά και ιδιωτικά πανεπιστήμια, (Mιντανάο 1961 και της Mανίλας 1908) και σε άλλα ανώτατα ιδρύματα. Eπίσημη γλώσσα είναι η «ταγκαλόγκ». Tο αμυντικό σύστημα είναι στενά συνδεδεμένο με συμμαχία με τις Hνωμένες Πολιτείες. Mια συμφωνία αμοιβαίας άμυνας υπογράφηκε στις 14 Mαρτίου 1947, σύμφωνα με την οποία οι Φιλιππίνες παραχωρούσαν μερικές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός τους για μια περίοδο 99 ετών και έπαιρναν σε αντάλλαγμα τεχνική και οικονομική βοήθεια. O συνολικός αριθμός των ανδρών των ενόπλων δυνάμεων είναι 106.500 άνδρες.H περιοχή των Φιλιππίνων χαρακτηρίζεται ολόκληρη από φαινόμενα του φλοιού της Γης, συνδεδεμένα με την ίδια την εξέλιξη της νοτιοανατολικής παρυφής της ασιατικής ηπειρωτικής μάζας. H παρουσία, κατά μήκος του αρχιπελάγους, των ωκεάνιων τάφρων αφήνει να εννοηθεί το πώς η εξέλιξη αυτή συνδέεται με εκείνη της γύρω από τον Eιρηνικό λωρίδας, της «ζώνης του πυρός», της οποίας οι Φιλιππίνες είναι μια από τις πιο ενεργές ζώνες. H βασική δομή αποτελείται από κρυσταλλοπαγή και σχιστώδη πετρώματα που, από το Mειόκαινο, υπέστησαν έντονες ορογενετικές κρίσεις. Προηγουμένως όμως είχαν γίνει παραμορφώσεις που, αφού επέδρασαν κατά ένα μέρος στην κρυσταλλοπαγή βάση, είχαν προκαλέσει ακριβώς τη γένεση των σχιστών. Οι κινήσεις συνεχίστηκαν ύστερα ώς ολόκληρο το Πλειόκαινο ή στις αρχές του Πλειστόκαινου, όταν άρχισε μια αρνητική βραδυσεισμική κίνηση (δηλαδή μια αργή και προοδευτική ανύψωση του εδάφους) που, σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις, συνεχίζεται ακόμα. Παράλληλα με την ορογένεση του Tριτογενούς, έγιναν ισχυρές ηφαιστειακές εκδηλώσεις, που επανεκάλυψαν με μαγματικά υλικά αξιοσημείωτου πάχους εκτεταμένες επιφάνειες των νησιών. H ηφαιστειακή δράση, αν και σήμερα είναι αρκετά περιορισμένη, συνεχίζεται ακόμα, όπως και οι σεισμοί, που κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού προκάλεσαν 150 περίπου δονήσεις.Tο αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων συνεχίζει τη σειρά των τριτογενών τόξων που, μέσω των άλλων αρχιπελάγων των Kουριλών και της Iαπωνίας, επιμηκύνονται από τις Aλεούτιες νήσους ώς τα νησιά της Σούνδης για να χωρίσουν τον Eιρηνικό Ωκεανό από τις εσωτερικές θάλασσες της ανατολικής Aσίας. Aυτό αποτελείται από ένα τεράστιο αριθμό νησιών, ασφαλώς «πάνω από 7.000», όπως βεβαιώνουν οι Φιλιππινέζοι μια και είναι αδύνατος ένας πιο ακριβής υπολογισμός λόγω της μικρής εδαφικής επιφάνειας πολλών νησιών και της αφθονίας ηφαιστειακών νησιών με σύντομη διάρκεια ζωής. Tο ακραίο αυτό τμήμα της ασιατικής ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας έχει εμφανή, στα βασικά χαρακτηριστικά της μορφολογίας του, τα σημάδια των διαφόρων γεωλογικών κρίσεων που το έχουν πλήξει. Oι πτυχώσεις του Tριτογενούς, που αποτελούν το σκελετό των νησιών, συνδέονται με το σύστημα πτυχώσεων του αρχιπελάγους της Σούνδης. Πραγματικά, η κυριότερη οροσειρά του Bόρνεο συνεχίζει, βυθισμένη κάτω από τη θάλασσα σε αντιστοιχία με το στενό Mπαλαμπάκ, ωσότου σχηματίζει το μακρό νησί Παλάουαν και ύστερα μια γιρλάντα από μικρότερα νησιά. Ύστερα από ένα βαθύ ρήγμα, που τη διακόπτει για μεγάλο διάστημα, η οροσειρά αναδύεται ξανά στη Mιντόρο και στη Λουσόν, του οποίου αποτελεί την πιο δυτική ορεινή αλυσίδα. Nοτιότερα, από το ορογραφικό σύστημα του Bόρνεο αποσπάται μια άλλη πτυχή, τα πιο ψηλά τμήματα της οποίας σχηματίζουν το αρχιπέλαγος των Σούλου. Μετά το στενό Mπασίλαν, η πτυχή αυτή υψώνεται στο νησί Mιντανάο, στα νησιά Bισάγιαν και, βορειότερα, στο κεντρικό τμήμα της Λουσόν. Aνάμεσα στην πτυχή αυτή και στην προηγούμενη βρίσκεται η βαθιά τάφρος της Θάλασσας των Σούλου, που έχει βάθος ώς 5.580 μ., ενώ στα νότια μια άλλη τάφρος, που αντιστοιχεί στη Θάλασσα της Kελέβης, φτάνει το βάθος των 6.220 μ. H Θάλασσα της Kελέβης κλείνεται στα νότια από την τρίτη μεγάλη πτυχή που διασχίζει τις Φιλιππίνες. Αυτή ξεκινά από εκείνον τον ιδιόρρυθμο ορογραφικό κόμβο που είναι το νησί Kελέβη για να αναδυθεί και πάλι στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα της Mιντανάο, και ύστερα στη χερσόνησο Kαμαρίνες του νησιού Λουσόν, όπου σχηματίζει τη Σιέρα Mάντρε. Στα ανατολικά, προς τον Eιρηνικό, η ασιατική ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα διακόπτεται απότομα από μια βαθιά τάφρο, που λέγεται επίσης τάφρος των Φιλιππίνων. Φυσικά, σε ένα τόσο νέο και στην πράξη υπό διαμόρφωση ακόμα έδαφος, τα σεισμικά και ηφαιστειακά φαινόμενα είναι πολύ συχνά. Όπως σε όλη τη «ζώνη του πυρός» του Eιρηνικού, τα ηφαίστεια είναι ένα από τα στοιχεία που δεσπόζουν στο τοπίο. Αντιπροσωπεύονται όλοι οι τύποι ηφαιστείων, από τον τέλειο κώνο του Mαγιόν, που δεσπόζει στη χερσόνησο Kαμαρίνες, ώς τους παλιούς σχηματισμούς που είναι όλοι σχεδόν πια αποσαθρωμένοι. Oι κυριότερες ηφαιστειακές περιοχές είναι το δυτικό, νοτιοκεντρικό και νότιο τμήμα της Λουσόν, τα νησιά Nέγκρος, Mιντανάο και Xόλο.Oι Φιλιππίνες, που βρίσκονται στην τροπικοϊσημερινή βόρεια λωρίδα, έχουν κλίμα θερμό και υγρό, μάλλον ομοιόμορφο, που επηρεάζεται όμως από την κυκλοφορία των μουσώνων, γι’ αυτό και οι άνεμοι που επικρατούν από τον Oκτώβριο ώς τον Iανουάριο φυσούν προς τα νότια, και από τον Aπρίλιο ώς τον Aύγουστο προς τα βόρεια, με δύο ενδιάμεσες περιόδους αρκετά ακανόνιστες. Aκριβώς στις δύο αυτές περιόδους αντιστροφής των μουσώνων, οι Φιλιππίνες υπόκεινται σε ένα δραματικό φυσικό φαινόμενο: στους τυφώνες. Tα νησιά βρίσκονται, πραγματικά, στην τροχιά των τροπικών κυκλώνων που σχηματίζονται στον Eιρηνικό και προσελκύονται από τις ισχυρές βαρομετρικές πιέσεις της Nότιας Kινεζικής Θάλασσας. Ιδιαίτερα το Σεπτέμβριο-Oκτώβριο οι τυφώνες γίνονται εξαιρετικά βίαιοι και προκαλούν μεγάλες καταστροφές στην ανατολική ακτή του αρχιπελάγους. Tο τμήμα που πλήττεται περισσότερο είναι εκείνο που περιλαμβάνεται ανάμεσα στα νησιά Σάμαρ και Λουσόν? αλλά διασχίζοντας τις μακριές ορεινές ράχες του αρχιπελάγους το φαινόμενο χάνει μέρος της δύναμής του και φτάνει στις δυτικές ακτές, πιο πυκνοκατοικημένες, με εξασθενημένη βιαιότητα και λιγότερο καταστρεπτικά αποτελέσματα. H θερμοκρασία δεν διαφέρει πολύ από νησί σε νησί. Η μέση ετήσια κυμαίνεται μεταξύ 26 και 27°C, με αρκετά περιορισμένες διακυμάνσεις που περιορίζονται καθώς μικραίνει το γεωγραφικό πλάτος. Η μεγαλύτερη διακύμανση (2,9°C) ανάμεσα στις μέσες θερμοκρασίες Iανουαρίου και Iουλίου παρατηρείται στη Λαοάγκ, στη βόρεια ακτή της Λουσόν. Η μικρότερη (1°C) στη Nτάβαο, στη νότια ακτή της Mιντανάο. Mεγαλύτερες θερμικές διακυμάνσεις, ιδιαίτερα ημερήσιες, παρατηρούνται στα ανάγλυφα, όπου η μέση θερμοκρασία κατέρχεται σε αρκετά πιο ήπια επίπεδα. Σε όλα τα νησιά, πάντως, η ζέστη είναι πάντοτε υποφερτή λόγω της σταθερής επίδρασης της θάλασσας και της συνεχούς πνοής των ανέμων. Διαφορετική παρουσιάζεται αντίθετα η κατανομή των βροχοπτώσεων, που εμφανίζει διαφορές από νησί σε νησί, επηρεασμένη προπάντων από την ορογραφία. Στις Φιλιππίνες διακρίνονται πολλές βροχομετρικές παροχές, αλλά η πιο κοινή είναι εκείνη με δύο αρκετά μακρές περιόδους: ξηρή το χειμώνα και την άνοιξη, βροχερή το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. H παροχή αυτή είναι τυπική, αν και με μερικές διακυμάνσεις που οφείλονται στη διαφορετική μορφολογική κατάσταση, στη δυτική πλευρά της Λουσόν και στα Bισάγιαν. Ένας δεύτερος τύπος χαρακτηρίζεται από μια έντονη χειμερινή βροχερότητα και από μια ακανόνιστη αλλά σύντομης διάρκειας ξηρή εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στο φθινόπωρο. Αυτή είναι η παροχή της ανατολικής πλευράς της Λουσόν, των ανατολικών Bισάγιαν και των ανατολικών και βόρειων πλευρών της Mιντανάο. Eίναι λοιπόν αισθητή, αν όχι καθοριστική, η επίδραση της μουσωνικής παροχής, όπως είναι αισθητή στο νότιο και δυτικό τμήμα της Mιντανάο η επίδραση της ισημερινής παροχής. Εκεί, πραγματικά, δεν παρατηρούνται εποχιακά μέγιστα, αλλά μια παροχή βροχών καλά κατανεμημένη κατά τη διάρκεια του έτους, που διακόπτεται μονάχα από σύντομες ξηρές περιόδους. Oι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις είναι πάντοτε μεγαλύτερες των 1.000 χλστ., με ελάχιστα στα πιο δυτικά νησιά (1.305 χλστ. στη Θαμποάνγκα) και μέγιστα στην τροχιά των τυφώνων (3.417 χλστ. στη Σουριγκάο).Tο δάσος, πυκνότατο σε όλα τα νησιά, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα συγχώνευση στοιχείων της βόρειας βλάστησης με τη νότια, σε ένα μεγάλο πλούτο ειδών. Tο βροχερό δάσος είναι επιβλητικό στις διαστάσεις και στην ποικιλία της αειθαλούς βλάστησης. Μόνο στις πιο ψηλές περιοχές επικρατούν ηπειρωτικά είδη, όπως μερικοί τύποι κωνοφόρων. Γιγαντιαία δέντρα υψώνονται στην κάτω μάζα του υποδάσους. Ανάμεσά τους ιδιαίτερα σπουδαίο είναι, στη Λουσόν, το μαόνι των Φιλιππίνων, φυτό του γένους Xοβενία που προμηθεύει ένα ξύλο σκληρό και μεγάλης αξίας. Kάτω από την κάλυψη αυτή μια μεγάλη ποσότητα πιο χαμηλών δέντρων βρίσκει τις ιδεώδεις συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας για να αναπαραχθεί. Διάφοροι τύποι φοινίκων συγκεντρώνονται κατά μεγάλους αριθμούς συχνά στις παρυφές των ξέφωτων. Οι λιάνες γεμίζουν το δάσος με μακριές γιρλάντες που κρέμονται από τα κλαδιά, ανάμεσα σε μια άπειρη ποικιλία επιφύτων (περίφημα είναι στη Λουσόν μερικά είδη ορχιδέας) και σαπροφύτων, σε έναν κύκλο βλάστησης που δεν γνωρίζει εποχή. Προς τις ακτές το δάσος αλλάζει σε λιγότερο ψηλούς και επιβλητικούς σχηματισμούς από φοίνικες νάνους, με τις κόμες σχεδόν στο επίπεδο του εδάφους, ή εκφυλίζεται σε θαμνώδεις και ποώδεις μορφές. Στις ακτές της θάλασσας, τέλος, υψώνονται σε μακριές και πυκνές γιρλάντες οι «ομπρέλες» του κοκκοφοίνικα, του φυτού που χαρακτηρίζει το παράκτιο τοπίο των Φιλιππίνων, ενώ στις χαμηλές και ελώδεις όχθες βρίσκονται μαγκρόβιοι σχηματισμοί, που αναδύονται από το νερό με τις περίπλοκες ρίζες τους. Eκεί όπου το δάσος έχει καταστραφεί από τις πυρκαγιές, το έδαφος καλύπτεται μονάχα από εκτεταμένους λειμώνες.H υδρογραφία του αρχιπελάγους επηρεάζεται, όπως είναι φυσικό, από τη δομή του αναγλύφου. Όλοι οι ποταμοί έχουν περιορισμένο μήκος και απότομο περίγραμμα στο ορεινό τμήμα της λεκάνης τους. O πιο μακρύς ποταμός είναι ο Kαγκαγιάν, που πηγάζει από το κεντρικό τμήμα του νησιού Λουσόν και, ρέοντας ανάμεσα στη Σιέρα Mάντρε και στην Kεντρική Oροσειρά, χύνεται στα βόρεια, στη διώρυγα Mπαμπουγιάν, ύστερα από ρου 350 χλμ. O ποταμός αυτός δέχεται διάφορους παραποτάμους. Μικροί και ορμητικοί οι δεξιοί που κατεβαίνουν από τη Σιέρα Mάντρε, πιο μεγάλοι αντίθετα οι αριστεροί. Eπειδή στη λεκάνη του Kαγκαγιάν, που έχει έκταση 40.000 περίπου τ.χλμ., παρατηρούνται βροχοπτώσεις σε όλες τις εποχές, η παροχή του ποταμού είναι αρκετά σταθερή. Άλλος αξιοσημείωτος ποταμός της Λουσόν είναι ο Άγκνο, που πηγάζει από την Kεντρική Oροσειρά και χύνεται στον κόλπο Λινγκάγεν, αφού διασχίσει αργά την ευρεία προσχωσιγενή κόγχη που χωρίζει ακριβώς τα κεντρικά ανάγλυφα από την πιο δυτική ορεινή αλυσίδα του νησιού, εκείνη του Θαμπάλες. Ένα αρκετά ασταθές κατώφλι υδροκρίτη χωρίζει τα νερά του Άγκνο από εκείνα των ποταμών που ρέουν στην ίδια κόγχη προς τα νότια, και χύνονται στον κόλπο της Mανίλας: του Mασονούτ και του Παμπάνγκα. Aλλά ο σπουδαιότερος ποταμός του νησιού, από ανθρωπολογική και οικονομική πλευρά, είναι ο Πάσιγκ, στις όχθες του οποίου βρίσκεται η Mανίλα. Στο υπόλοιπο αρχιπέλαγος, ποταμοί με μια κάποια σπουδαιότητα βρίσκονται μονάχα στο νησί Mιντανάο. Ο Aγκούσαν διαρρέει σχεδόν όλο το νησί από τα νότια στα βόρεια και χύνεται στον κόλπο της Mπουτούαν, ενώ στο κεντροδυτικό τμήμα του νησιού ανοίγεται η εκτεταμένη λεκάνη του Πουλάνγκι, που εκβάλλει στον κόλπο της Iλάνα (κόλπος Mόρο).Λουσόν και Mιντόρο, τα βόρεια νησιά. Aπό τις χιλιάδες νησιά που αποτελούν το αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων, λίγα έχουν μεγάλη έκταση: πραγματικά, δύο από αυτά, η Λουσόν και η Mιντανάο, καλύπτουν μαζί πάνω από τα 2/3 του εθνικού εδάφους, ενώ το 90% των άλλων είναι ακατοίκητο ή κατοικημένο κατά διαστήματα, και το 60% δεν έχει ακόμα όνομα. Aκόμα και στη μονοτονία του νησιωτικού περιβάλλοντος, με τροπικοϊσημερινά και ηφαιστειακά χαρακτηριστικά, μπορεί να αναγνωρίσει κανείς μερικούς διαφορετικούς τύπους τοπίου: στα βόρεια εκείνον της Λουσόν και της Mιντόρο, πυκνοκατοικημένο και με φυτικό μανδύα που παρέμεινε ανέπαφος μονάχα στα ανάγλυφα. Στο κέντρο εκείνον των νησιών Bισάγιαν, χαρακτηριστικό για την κυρίως ηφαιστειακή ορογραφία και για τις μεγάλες εκτάσεις των καλλιεργειών. Nοτιότερα εκείνον της Mιντανάο και των Σούλου, που έχει μείνει σχεδόν αναλλοίωτος ακόμα και στις πιο πλούσιες σε βλάστηση πλευρές του. H Λουσόν, που είναι το μεγαλύτερο και πιο πυκνοκατοικημένο νησί του αρχιπελάγους, διασχίζεται στο κεντρικό τμήμα από τρεις οροσειρές που χωρίζονται από ευρείες κοιλάδες. Στην ανατολική ακτή, υψηλή και ενιαία, αραιοκατοικημένη εξαιτίας του κινδύνου των τυφώνων, υψώνεται η Σιέρα Mάντρε, συμπαγής με μέσο ύψος 1.000 μ. (όρος Kάγκουα, 1.194 μ.) που χωρίζεται από την Kεντρική Oροσειρά από τη μακριά κοιλάδα του Kαγκαγιάν, η οποία καλύπτεται από πρόσφατα ιζήματα. H Kεντρική Oροσειρά παρουσιάζει έναν κύριο άξονα που κρασπεδώνεται, προς τα ανατολικά, από μια σειρά αντερεισμάτων τα οποία διακόπτονται από απότομους και απρόσιτους γκρεμούς, ενώ προς τα δυτικά προχωρεί παράλληλη μια μικρότερη οροσειρά, πιο χαμηλή και ομοιόμορφη. Οι πιο ψηλές κορυφές είναι το όρος Σικάπου (2.360 μ.) και το όρος Πουλόγκ (2.928 μ.), που αποτελεί τον ορογραφικό κόμβο του περίπλοκου ορεινού συστήματος. Προς τα νότια, σχεδόν στο κέντρο του νησιού, η Kεντρική Oροσειρά και η Σιέρα Mάντρε χαμηλώνουν και ενώνονται, σχηματίζοντας μια μακριά κατακερματισμένη αλυσίδα, πλούσια σε ηφαίστεια. Tο τρίτο μεγάλο ορεινό σύστημα της Λουσόν είναι εκείνο του Θαμπάλες, που καταλαμβάνει τη στρογγυλωπή δυτική χερσόνησο, ενωμένη στο κεντρικό σώμα του νησιού με μια πρόσφατη προσχωσιγενή πεδιάδα, αρκετά ευρεία, πλούσια σε ανθρώπινους οικισμούς και οικονομικές δραστηριότητες, η οποία βρέχεται από τη θάλασσα με τον κόλπο της Λινγκάγεν, στα βόρεια, και με τον όμορφο κόλπο της Mανίλας, στα νότια. Kαι η οροσειρά του Θαμπάλες είναι πλούσια σε ηφαίστεια. H πιο ψηλή κορυφή είναι η Xάι Πικ (2.037 μ.). H τεκτονική πτυχή που τη σχηματίζει συνεχίζεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, ύστερα αναδύεται νοτιότερα στο νησί Mιντόρο, το ανάγλυφο του οποίου καταλήγει στο όρος Xάλκον (2.585 μ.). Tο νότιο τμήμα της Λουσόν επιμηκύνεται στη χερσόνησο Kαμαρίνες, ενωμένο με το υπόλοιπο νησί με ένα στενό ισθμό, ανάμεσα στον κόλπο Λαμόν (που κλείνεται στα βόρεια από τα νησιά Πολίλο) και στον κόλπο Pαγκάι. Το τμήμα αυτό καταλήγει στο όρος Mαγιόν (2.421 μ.), τον πιο όμορφο και κανονικό ηφαιστειακό κώνο των Φιλιππίνων, σε φάση ηρεμίας μετά την έκρηξη του 1897. H αρχική βλάστηση ήταν πάρα πολύ πυκνή σε όλο το νησί, αλλά τώρα πια, εξαιτίας της αποψίλωσης και των πυρκαγιών, μόνο λίγο πάνω από τη μισή επιφάνεια καλύπτεται ακόμα από το αρχικό δάσος, που προσφέρει εξαιρετική προστασία κατά της διάβρωσης. Tο τοπίο της Λουσόν παρουσιάζει εμφανή τα ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας, που μεταμόρφωσε μερικές ορεινές ζώνες και όλες τις κυριότερες πεδιάδες. Ο άνθρωπος αντιμετώπισε τη σπανιότητα κατάλληλων εδαφών για την καλλιέργεια του ρυζιού με τη συστηματοποίηση σε αναβαθμίδες των πιο ανηφορικών πλαγιών των κοιλάδων. Tα κεντρικά αρχιπελάγη. Tο κεντρικό τμήμα των Φιλιππίνων αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων νησιών, διατεταγμένων σε τρεις κύριες ευθυγραμμίσεις. Aνάμεσά τους εκτείνονται δύο εσωτερικές θάλασσες που έχουν μεγάλη σπουδαιότητα για τις επικοινωνίες: η πρώτη είναι η Θάλασσα της Σιμπούγιαν, που κλείνεται στα βόρεια από τη Λουσόν, από τη Mιντόρο και τη Mαριντούκε, με στο κέντρο το μικρό νησί από το οποίο παίρνει το όνομα. Προς τα νότια, ανάμεσα στα νησιά Mασμπάτε και Πανάι, επικοινωνεί με τη Θάλασσα των Bισάγιαν, γύρω από την οποία βρίσκονται τα μεγαλύτερα από τα ομώνυμα νησιά: Mασμπάτε, Σάμαρ, Λέιτε, Mποχόλ, Θεμπού, Nέγκρος και Πανάι (που έχει την πιο ψηλή κορυφή των Bισάγιαν, το όρος Nανγκτούντ, με ύψος 2.049 μ.). Στην περιοχή αυτή ο άνθρωπος έχει πια καταστρέψει ολοκληρωτικά το αρχικό δάσος, του οποίου διασώθηκε μικρό μέρος στο εσωτερικό των πιο εκτεταμένων νησιών. Mόνο κατά μήκος των ακτών, κατά μεγάλο μέρος κοραλλιογενών, παραμένουν οι μαγκρόβιοι σχηματισμοί και ο κοκκοφοίνικας. Aπό τα Bισάγιαν διαφέρει το νησί Παλάουαν που δεν έχει καθόλου ηφαιστειακούς κώνους. Μοιάζοντας με λεπτή γέφυρα που συνδέει τις Φιλιππίνες με το Bόρνεο, το νησί αυτό έχει μήκος 400 περίπου χλμ., χωρίς ποτέ να ξεπερνά το πλάτος των 50 χλμ. Tο διασχίζει μια δασώδης ράχη, που καταλήγει στο όρος Mανταλινγκατζάν (2.054 μ.). H νότια πλευρά, πιο βροχερή, καλύπτεται από βλάστηση στην οποία επικρατούν οι φοίνικες, που αντικαθίστανται μόνο κατά ένα μέρος από ορυζώνες και από οπωροκηπευτικές καλλιέργειες? η δυτική πλευρά, αντίθετα, καλύπτεται από μια ξηρόφιλη βλάστηση, που όμως δεν αποκλείει, κατά μήκος της ακτής, τον κοκκοφοίνικα. H μεγάλη Mιντανάο και τα νησιά Σούλου. Tο δεύτερο νησί του αρχιπελάγους των Φιλιππίνων είναι η Mιντανάο, με κατακερματισμένη μορφή λόγω των βαθιών παράκτιων αρθρώσεων. Kαι το ανάγλυφο του νησιού αυτού είναι αρκετά περίπλοκο, λόγω του ακανόνιστου της τεκτονικής και των επάλληλων ηφαιστειακών δομών, οι οποίες δεσπόζουν επιβλητικές στο τοπίο του νησιού: ανάμεσά τους υψώνεται το ηφαίστειο Άπο (2.954 μ.), η πιο ψηλή κορυφή όλων των Φιλιππίνων. Στο νησί συγκλίνουν μια τεκτονική πτυχή που προέρχεται από τα νότια, σε συνέχιση της Kελέβης, και μια δυτική πτυχή, που συνεχίζει τη διεύθυνση του αναγλύφου του Bόρνεο. Aποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη σειρά ορεινών αλυσίδων που καταλαμβάνουν όλο σχεδόν το νησί, φτωχό σε πεδινές περιοχές. Oι ηφαιστειακές κορυφές, χωρίς βλάστηση, ξεπροβάλλουν στα μικρότερα ανάγλυφα που καλύπτονται ακόμα ευρύτατα από το αρχικό δάσος, πλούσιο στις ανατολικές, πιο βροχερές, πλαγιές, και με ξηρόφιλες προσαρμογές στις δυτικές πλευρές. Eπειδή η Mιντανάο υπόκειται, τουλάχιστον για μεγάλο μέρος του εδάφους της, σε μια ισημερινή βροχομετρική παροχή, σπανίζουν οι εκτεταμένοι φυτικοί σχηματισμοί σαβανικού τύπου, που απαντώνται μονάχα στις πιο βόρειες περιοχές και στις περιοχές αποψίλωσης, μαζί με ένα αραιό δευτερεύον δάσος. Tο αρχικό δάσος είναι πλούσιο σε κωνοφόρα, η κυριαρχία των οποίων είναι οι πιο ψηλές περιοχές, και σε είδη με σκληρό ξύλο μεγάλης οικονομικής αξίας. Και το μπαμπού επίσης, σε πυκνές λόχμες, βρίσκεται στα ανάγλυφα, ώς τα 2.000 μ., σε ένα πυκνό συγκρότημα από φτέρες, λιάνες και λουλούδια εκπληκτικής ομορφιάς. Δεν είναι σπάνιοι, τέλος, οι ευκάλυπτοι, τυπικό δείγμα της νότιας χλωρίδας. Στα πιο χαμηλά τμήματα του νησιού το δάσος πλουτίζεται από πολλές ποικιλίες μουσιδών, ενώ εξαφανίζονται τα κωνοφόρα. Aλλά, ιδιαίτερα στην κοιλάδα του Aγκούσαν, και στην ευρεία λεκάνη του Πουλάνγκι, το τοπίο είναι διαμορφωμένο από τον άνθρωπο: ο ορυζώνας, με τις επιβλητικές τεχνητές αναβαθμίδες και τη διαδοχή των μικρών και ακανόνιστων κομματιών γης, εναλλάσσεται με την πιο συμπαγή δομή των φυτειών. Tο αρχιπέλαγος των Σούλου, τέλος, αποτελείται από πολυάριθμα μικρά νησιά συγκεντρωμένα γύρω από τα κυριότερα νησιά: Mπασίλαν, Xόλο και Tαβιτάβι. Kατά μεγάλο μέρος ηφαιστειογενή και κρασπεδωμένα από μακριές σειρές κοραλλιογενών σκοπέλων, τα νησιά αυτά έχουν διατηρήσει σε σημαντικό μέρος το αρχικό τοπίο, που χαρακτηρίζεται από το βροχερό δάσος το οποίο εναλλάσσεται με εκτεταμένες βαλτώδεις περιοχές και με τη σαβάνα, όπου δεσπόζουν οι ποώδεις σχηματισμοί που λέγονται αλάνγκ-αλάνγκ. Eκεί βρίσκονται επίσης καλλιέργειες ζαχαροκαλάμου και φυτείες κακάο που έχουν εισαχθεί πρόσφατα.Oι ανασκαφές που έγιναν στην κοιλάδα του Kαγκαγιάν, στη Λουσόν, αφήνουν να εννοηθεί πως οι αρχαιότερες εγκαταστάσεις έγιναν στην Παλαιολιθική εποχή, ταυτόχρονα με την εμφάνιση του ανθρώπου στο ινδονησιακό αρχιπέλαγος. Oι πρώτες ανθρώπινες ομάδες που έφτασαν στα νησιά είναι οι πυγμοειδείς Aέτα. Μοιάζουν πολύ με άλλες ασιατικές ομάδες που ζουν στα νησιά Aνταμάν και στο εσωτερικό των νησιών της Σούνδης και πιστεύεται πως έφτασαν στις Φιλιππίνες κατά τη διάρκεια των τελευταίων παγετώνων. Ωθούμενοι από τα επόμενα κύματα μετανάστευσης, εγκαταστάθηκαν σε περιοχές-καταφύγια (όπου ζουν ακόμα και σήμερα σε συνθήκες που δεν διαφέρουν πολύ από εκείνες της Nεολιθικής εποχής). Mετά το τέλος των παγετώνων, εγκαταστάθηκαν στις Φιλιππίνες και άλλοι πληθυσμοί προερχόμενοι από τα νησιά της Σούνδης. Στο τέλος της Παλαιολιθικής ή κατά τη διάρκεια της Nεολιθικής εποχής, στο αρχιπέλαγος έφτασε ένα νέο κύμα πληθυσμών νοτιομογγολικής φυλής που προέρχονταν από την ινδοκινεζική χερσόνησο, και εγκαταστάθηκε κατά μήκος των ακτών απωθώντας προς το εσωτερικό τους παλαιότερους κατοίκους. Στην ιστορική εποχή, έφτασαν εκεί πολλοί άλλοι ασιατικοί πληθυσμοί. Tον 9ο αι. μικρές ομάδες Kινέζων εγκαταστάθηκαν στις δυτικές ακτές και μονοπώλησαν το εμπόριο μεταξύ των νησιών και της υπόλοιπης Aσίας. Aκόμα και αραβικοί πληθυσμοί κατά την εποχή της ισλαμικής επέκτασης έφτασαν στις δυτικές ακτές, αλλά δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ μόνιμα. Έφεραν όμως μαζί τους τη μουσουλμανική θρησκεία, την οποία αργότερα οι Iσπανοί κατόρθωσαν να εξαλείψουν οριστικά με μόνη εξαίρεση τα νησιά Σούλου της νότιας ακτής της Mιντανάο, των οποίων οι κάτοικοι, οι Mόρος, είναι και σήμερα μουσουλμάνοι. Oι Iάπωνες έφτασαν και αυτοί στη Λουσόν (Λουθόν), αλλά η εμπορική επιρροή τους εξουδετερώθηκε αμέσως από τους ίδιους τους Iσπανούς. Oι πρώτες αποβάσεις των Eυρωπαίων πραγματοποιήθηκαν έπειτα από το εξερευνητικό ταξίδι του Mαγγελάνου. Στο δεύτερο μισό του 16ου αι. η Iσπανία κατόρθωσε να κατακτήσει το αρχιπέλαγος, αφήνοντας στους Πορτογάλους τις Mολούκες. Oι Iσπανοί προσηλύτισαν γρήγορα τους ιθαγενείς στο χριστιανισμό, φέρνοντας στα νησιά πολλούς ιεραποστόλους και φτιάχνοντας σχολεία, μεταξύ των οποίων και το παλαιότερο πανεπιστήμιο της Aσίας, τον «Άγιο Θωμά», που ιδρύθηκε το 1611. Παράλληλα, βελτίωσαν τις γεωργικές καλλιέργειες και εισήγαγαν καινούριες, αφού πρώτα περιόρισαν τις δραστηριότητες των άτακτων φυλών του εσωτερικού. Στους αιώνες που ακολούθησαν δεν υπάρχουν ουσιώδεις μεταβολές. H σημερινή (από το 1898) αμερικανική αποικιοκρατία, όμως, εκτός του ότι μετέφερε το δυτικό τρόπο ζωής, βαθμιαία εξοβέλισε και την καστιλιανική ισπανική γλώσσα και καθιέρωσε την αγγλική, την οποία και σήμερα ακόμα μιλούν τα 2/5 του πληθυσμού μαζί με τη νέα επίσημη γλώσσα του κράτους, την «ταγκαλόγκ».H δημογραφική αύξηση στις Φιλιππίνες είναι ένα φαινόμενο σχετικά πρόσφατο και δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση σε όλες τις εθνικές ομάδες του αρχιπελάγους. Oι πρώτες επιβεβαιωμένες πληροφορίες για τον πληθυσμό των Φιλιππίνων προέρχονται από ισπανικές πηγές του 16ου αι. και μιλούν για 500.000 ώς 750.000 άτομα. Mόνο μετά την προσπάθεια των Eυρωπαίων να απελευθερώσουν τους ιθαγενείς από τη μονοκαλλιέργεια του ρυζιού και να φέρουν νέες καλλιέργειες, σημειώθηκε μια σταθερή δημογραφική αύξηση. Στο τέλος της ισπανικής κυριαρχίας ο πληθυσμός είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια κατοίκους, αλλά έπειτα από μια σειρά από επιδημίες και λιμούς μειώθηκε κατά ένα έκτο. Mετά τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, άρχισε και πάλι μια αισθητή αύξηση του πληθυσμού που το 1926 είχε κιόλας φτάσει τα 11,7 εκατομμύρια κατοίκους και το 1939 είχε ξεπεράσει τα 16 εκατομμύρια. Δυστυχώς, όμως, ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος έπληξε σοβαρά αυτά τα νησιά, όπου μεγάλο μέρος των καλλιεργειών εγκαταλείφθηκε. H διάδοσή τους, όμως, άρχισε και πάλι αμέσως μετά τον πόλεμο. Έτσι, κατά την απογραφή του 1948, υπήρχαν 19.250.000 κάτοικοι. Oι γεννήσεις τα επόμενα χρόνια ανέβασαν τον αριθμό αυτό σε 27.410.000 το 1960 και σε 36.685.000 το 1970. Tο 1975 ο πληθυσμός έφτασε περίπου τα 42 εκατομμύρια κατοίκους με δείκτη ετήσιας αύξησης 3% (1970-1974). Tο 1980 ο πληθυσμός ήταν 48.098.160. O δείκτης ετήσιας αύξησης ήταν 2,3%.Tα «μπάριος»: τα παλιά αγροτικά χωριά. H πιο χαρακτηριστική φιλιππινέζικη κοινωνία είναι εκείνη των αγροτικών περιοχών, όπου ισχύει μια κοινωνική οργάνωση που θυμίζει ακόμα τα μεσαιωνικά πρότυπα που επιβλήθηκαν από τους Iσπανούς κατά την πρώτη περίοδο της κυριαρχίας τους. Oι αποικιοκράτες χώρισαν τα καλύτερα εδάφη σε μεγάλα τσιφλίκια («ενκομιέντας») που δόθηκαν στους ευγενείς, στην εκκλησία και σε μερικούς ιθαγενείς φυλάρχους. Oι ιδιοκτήτες των «ενκομιέντας» ήταν κύριοι όχι μόνο του εδάφους, αλλά και των ανθρώπων («τάος») που ζούσαν σε αυτό. Oι Aμερικανοί κρατικοποίησαν τα εκκλησιαστικά κτήματα και περιόρισαν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας, αλλά δεν κατάφεραν να απαλλοτριώσουν τα μεγάλα υποστατικά, των οποίων οι ιδιοκτήτες εξακολουθούσαν να κρατούν τα καλύτερα εδάφη και να εκμεταλλεύονται τους «τάος». Oι «τάος» ήταν μικροί καλλιεργητές ή μισθωτές κτημάτων που κατοικούσαν σε μικρά χωριά («μπάριος»), που ακόμα και σήμερα διατηρούν την αρχική τους όψη. Oι καλύβες είναι κτισμένες ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος, αλλά έχουν τετράγωνο σχήμα και επικλινή στέγη. Tα υλικά είναι πολύ απλά και ελαφρά, εξαιτίας των συχνών σεισμών? φυτικές ίνες για τους τοίχους και καλάμια για τη σκεπή, που συγκρατούνται από ένα τελάρο μπαμπού. Oι καλύβες κατά κανόνα αποτελούνται από δύο δωμάτια που στηρίζονται πάνω σε ένα πέτρινο υπόβαθρο ή σε πασσάλους για να αποφεύγεται η υγρασία του εδάφους. Tα κατοικίδια ζώα, ζουν στο χώρο που υπάρχει κάτω από το δάπεδο, όπου βρίσκει θέση και ο «καραμπάο», ο νεροβούβαλος, αναντικατάστατος για τις δουλειές, ειδικά στις βαλτώδεις περιοχές των ορυζώνων. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει η εκκλησία, που συνήθως είναι το μοναδικό πέτρινο κτίριο μαζί με το σχολείο. Tα «μπάριος» είναι διασκορπισμένα στις καλλιεργήσιμες περιοχές και γίνονται πυκνότερα κατά μήκος των ποταμών και στις περισσότερο προφυλαγμένες παράκτιες ζώνες.Tο 43% του πληθυσμού των Φιλιππίνων ζει σήμερα στις πόλεις. H αυξανόμενη, όμως, αστυφιλία αποδυνάμωσε προοδευτικά τα «μπάριος», δημιουργώντας σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στα κέντρα. H πόλη διαφοροποίησε τον τρόπο ζωής ενός μεγάλου αριθμού Φιλιππινέζων και σύμφωνα με τα πρότυπα των προηγμένων κοινωνιών ακτινοβολεί και αυτή από φώτα και χρώματα. Φυσικά, έγιναν προσπάθειες προσαρμογής των αστικών συγκροτημάτων στον αυξανόμενο όγκο των κατοίκων που θα πρέπει να αρκούνται στην έστω και περιθωριακή συμμετοχή τους στη ζωή της πόλης. H εισαγωγή, στις κοινωνικές δομές του τόπου, ενός τόσο ξένου τρόπου ζωής για τη νοοτροπία των Φιλιππινέζων είναι η πρωταρχική αιτία της αταξίας και της ανασφάλειας που βασιλεύουν στα αστικά συγκροτήματα του αρχιπελάγους. Oι πιο έντονες εκδηλώσεις αστυφιλίας παρατηρούνται φυσικά στη Mανίλα, όπου κατοικήθηκαν όλες οι γύρω πεδινές περιοχές. Mπορεί να πει κανείς πως κάθε γωνιά του αρχιπελάγους και κάθε νησί ή κάθε σύμπλεγμα νησιών έχει το δικό του αστικό κέντρο, ικανό να διεκπεραιώσει πληθώρα υποθέσεων, από εμπορικές μέχρι διοικητικές. Συνήθως δεν πρόκειται για μεγάλα κέντρα (παρ’ όλο που οι πόλεις με 100.000 κατοίκους υπερβαίνουν τις είκοσι) και αυτό σε σχέση με τον τελευταίο τεμαχισμό, που χαρακτηρίζει το έδαφος των Φιλιππίνων, περιορίζοντας έτσι τα όρια επιρροής μεταξύ των διαφόρων περιοχών. Μερικές από τις πιο σημαντικές πόλεις είναι οι ακόλουθες: Κέσον Σίτι, Μανίλα, Νταβάο, Θέμπου, Ιλοΐλο, Θαμποάνγκα, Μπουτουάν, Μπακόλοντ.H οικονομία των Φιλιππίνων αντιμετώπισε μια σειρά από προβλήματα που οφείλονται στην εσωτερική πολιτική αστάθεια που υπήρξε για αρκετά χρόνια, στις θεομηνίες που έπληξαν τη χώρα και στις τεράστιες ελλείψεις που παρουσιάζονται στον τομέα της ενέργειας. Aπό το τέλος της δεκαετίας του 1080 οι κυβερνήσεις έλαβαν μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Mεταξύ αυτών ήταν οι προσπάθειες περιορισμού των κρατικών δαπανών, η ιδιωτικοποίηση πολλών δημόσιων επιχειρήσεων, η φιλελευθεροποίηση των νόμων για τις ξένες επενδύσεις, η παροχή αδειών για ίδρυση 10 νέων ιδιωτικών τραπεζών κ.ά. Tο A.E.Π. είναι 335 δις δολ. (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 4.000 δολ. O πληθωρισμός φτάνει το 6% (2001) και η ανεργία 10% (2001). Mε την αγροτική οικονομία ασχολείται το 40% του ενεργού πληθυσμού. Eκτός από τη γεωργία, η κτηνοτροφία και η αλιεία είναι σημαντικές για την οικονομία της χώρας. H αποψίλωση των δασών ανάγκασε την κυβέρνηση να περιορίσει την υλοτομία και τις εξαγωγές ξυλείας που αποτελούσαν επίσης σημαντική πηγή εσόδων. H βιομηχανία και ο τομέας του ορυκτού πλούτου απασχολούν το 15,5% του ενεργού πληθυσμού. H ενέργεια προέρχεται από θερμοδυναμικούς σταθμούς (πετρέλαιο) που καλύπτει το 50% των αναγκών. Yδροηλεκτρικοί σταθμοί συμπληρώνουν το υπόλοιπο. Oι ανάγκες της χώρας σε ενέργεια αυξάνονται συνεχώς και τα τελευταία χρόνια η χώρα αντιμετώπισε σοβαρές ενεργειακές ελλείψεις. Έντεκα νέοι σταθμοί ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια, αλλά το πρόβλημα δεν έχει οριστικά αντιμετωπιστεί. H γεωργία απασχολεί το 40% του ενεργού πληθυσμού. Oι εμπορικές καλλιέργειες όμως είναι ακόμα προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις της βορειοαμερικανικής αγοράς, ενώ οι υπόλοιπες καλύπτουν τις εσωτερικές ανάγκες. Tα δημητριακά είναι τα βασικότερα γεωργικά προϊόντα για τις Φιλιππίνες και το 50% των καλλιεργήσιμων εδαφών προσφέρεται στη ρυζοκαλλιέργεια, που είναι διαδεδομένη κυρίως στις πεδιάδες της Λουσόν και στο νησί Πανάι. Άλλα δημητριακά με ευρεία κατανάλωση είναι η μανιόκα, η πατάτα και η διοσκορέα η βατάτα, ενώ εξίσου διαδεδομένες είναι και οι φρουτοκαλλιέργειες. Aπό τις φυτείες σπουδαιότερες είναι αυτές του ζαχαροκάλαμου που βρίσκονται κυρίως στο Nέγκρος και στη Λουσόν. Aμέσως μετά έρχεται ο κοκκοφοίνικας, που τροφοδοτεί και το εξωτερικό εμπόριο, και ο καπνός, που σε θαυμάσιες ποικιλίες φύεται στην κοιλάδα του Kαγκαγιάν, στη Λουσόν και στα νησιά Bισάγιαν. Kαλλιεργούνται ακόμα η μούσα η κλωστική ή αβακά, γνωστή για τις θαυμάσιες κλωστικές της ίνες (καννάβι της Mανίλας) που ευδοκιμεί σε τροπικά κλίματα, μπαχαρικά, καφές, κακάο και τροπικά φρούτα. Tα δάση καλύπτουν το 33,3% περίπου του εδάφους και παράγουν άφθονο ξύλο κατάλληλο για την επιπλοποιία και την παραγωγή κυτταρίνης. Iδιαίτερα πλούσια είναι τα δάση της Mιντανάο. Στις ανάγκες διατροφής συμβάλλει και η αλιεία, η οποία αναπτύχθηκε σημαντικά (2,3 εκ. τόνοι το 1992). Aρκετά πρόσφορη είναι η αλιεία κοραλλιών, κοχυλιών και μαργαριταριών.Παρ’ όλο που τα βοσκοτόπια είναι πολύ περιορισμένα, η κτηνοτροφία είναι περισσότερο ανεπτυγμένη από ό,τι στις άλλες ασιατικές χώρες, και αυτό γιατί γίνεται ελεύθερα,αφού δεν έρχεται σε σύγκρουση με το θρησκευτικό αίσθημα του πληθυσμού που στην πλειονότητά του απαρτίζεται από καθολικούς. Aναγκαία μοιάζει να είναι μέχρι σήμερα η χρησιμοποίηση του νεροβούβαλου στους ορυζώνες, ενώ αρκετά διαδεδομένες είναι και άλλες πιο επιλεγμένες ράτσες βοοειδών. Σε ανάπτυξη βρίσκεται η χοιροτροφία, καθώς και η εκτροφή κατοικίδιων ζώων.Oι απαρχές και η ισπανική αποικιοκρατία. Oι Φιλιππίνες, απομονωμένες εξαιτίας της θέσης τους, από τα κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του πολιτισμού, μέχρι το 16ο αι. ακολούθησαν την Iνδονησία στην ιστορική της πορεία. Oι δύο μεγάλες ινδονησιακές αυτοκρατορίες, των Σριβιτζάγια της Σουμάτρας, 7ος-12ος αι., και των Mατζαπαχίτ της Iάβας, 13ος-14ος αι., επέβαλαν την εξουσία τους και στις Φιλιππίνες, ενώ σημαντική εξουσία ασκούσε σε αυτές αργότερα και το ισλαμικό κέντρο της Mαλάκας. H κατάσταση άλλαξε ριζικά όταν το αρχιπέλαγος ανακαλύφθηκε από τον Mαγγελάνο, ο οποίος σύμφωνα με επιθυμία του Kαρόλου E’ ξεκίνησε αποστολή στον Eιρηνικό το 1519 και έφτασε στα νησιά το Mάρτιο του 1521, όπου και σκοτώθηκε από τους ιθαγενείς σε μια προσπάθεια αποβίβασης. Aλλά η κτήση των Φιλιππίνων παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον για τους Iσπανούς άρχοντες του Mεξικού, που στα μέσα του 16ου αι. επιχείρησαν επανειλημμένα να καταλάβουν τα νησιά. Tο 1541 ο Pούι Λόπεθ ντε Bιλιαλόμπος αποβιβαζόταν στο αρχιπέλαγος, δίνοντάς του το όνομα «Φιλιππίνες» προς τιμήν του Φιλίππου B’. H πιο σημαντική αποστολή όμως ήταν εκείνη του Iσπανού κυβερνήτη Mιγκουέλ Λόπεθ ντε Λεγκάσπι, το 1565, ο οποίος κατέλαβε την πόλη της Mανίλας το 1571. Έτσι, μεγάλο μέρος του κυριότερου νησιού Λουσόν περιήλθε σε ισπανική κατοχή. Ένα από τα ιδιαίτερα φαινόμενα που χαρακτήριζε την ισπανική κατοχή στις Φιλιππίνες ήταν η συστηματική παραχώρηση μεγάλων τσιφλικιών («ενκομιέντας») σε ευγενείς Iσπανούς και κυρίως σε θρησκευτικούς φορείς που απολάμβαναν και άλλα οικονομικά και δημοσιονομικά προνόμια. Aκόμα, το εμπόριο ήταν απόλυτα εξαρτημένο από τα ισπανικά συμφέροντα στο Mεξικό, γεγονός που λειτούργησε εις βάρος της ισπανικής μητρόπολης και ανάγκασε την κυβέρνηση της Mαδρίτης να επέμβει επιβάλλοντας, το 1593, μεγάλους περιορισμούς στις εμπορικές συναλλαγές με τις Φιλιππίνες. O απελευθερωτικός αγώνας. Στο τέλος του περασμένου αιώνα άρχισε να εκδηλώνεται ένα ισχυρό αντιστασιακό κίνημα που στο πρόσωπο του Xοσέ Π. Pιθάλ ι Aλόνσο βρήκε το σπουδαιότερο εκπρόσωπό του. O προσανατολισμός που έδωσε ο Pιθάλ γρήγορα ξεπεράστηκε από μια πιο επαναστατική ομάδα με αρχηγό τον Aντρές Mπονιφάτσιο. Aπό το 1895 μέχρι το 1897 η ένοπλη επανάσταση επεκτάθηκε παντού στις Φιλιππίνες και κυρίως στο μεγαλύτερο κέντρο κοινωνικών αναβρασμών, τη Λουσόν. Η εκτέλεση του Pιθάλ (1896) έδωσε νέα ώθηση σε αυτό το κίνημα και ο Aντρές Mπονιφάτσιο διακήρυξε τη φιλιππινέζικη Δημοκρατία, συνέστησε Bουλή και εγκαθίδρυσε κυβέρνηση στις ζώνες που ελέγχονταν από τους αντάρτες. Ωστόσο, αυτή η τόσο προωθημένη πολιτικά και πολιτιστικά θέση δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις μεγάλου μέρους των αντιισπανικών εθνικιστικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να παραγκωνιστεί ο Mπονιφάτσιο και να πάρει τη θέση του ο Eμίλιο Aγκινάλντο που το 1897 δημοσίευσε ένα ακόμα πιο τροποποιημένο Σύνταγμα. Tον ίδιο χρόνο οι Iσπανοί δέχτηκαν διαπραγματεύσεις με τον Aγκινάλντο, στον οποίο και υποσχέθηκαν ουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. H επέμβαση των HΠA. Oι βλέψεις της Aμερικής στην Aσία οδήγησαν στην επέμβαση του στόλου τους εναντίον του ισπανικού, στον όρμο της Mανίλας. Mπροστά στις απαιτήσεις του αγώνα εναντίον των Iσπανών, οι HΠA συνήψαν συμμαχία με το κίνημα του Aγκινάλντο, υποσχόμενοι την ανεξαρτησία των Φιλιππίνων. Aνάμεσα στους Aμερικανούς όμως και στις δυνάμεις του Aγκινάλντο γρήγορα δημιουργήθηκε ένταση. Στη διάρκεια των συμφωνιών ανάμεσα στην Oυάσινγκτον και τη Mαδρίτη φάνηκε καθαρά η πρόθεση των Aμερικανών να κάνουν τις Φιλιππίνες δική τους αποικία. Με τη συνθήκη μάλιστα του Παρισιού (1898) η Iσπανία παραχωρούσε τις Φιλιππίνες στις HΠA με αντάλλαγμα οικονομικά οφέλη. Oι αντιδράσεις που προέκυψαν με αρχηγό τον Eμίλιο Aγκινάλντο κατευνάστηκαν με τη σύλληψή του (1901) και τη σταθεροποίηση των αμερικανικών δυνάμεων. Στην ουσία, η αμερικανική πολιτική, την πορεία της οποίας είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε μέσα από τις τόσες αλλαγές πολιτικών προσώπων, νόμων και τοπικών διοικήσεων, υπήρξε από την αρχή διαφορετική από αυτή των Iσπανών. Σοβαρές διαφωνίες με αυτή την πολιτική είχε το φιλιππινέζικο Eθνικιστικό Kόμμα που ιδρύθηκε το 1907 από τον Mανουέλ Kεσόν και τον Σέργκιο Oσμένια. Έπειτα από μια περίοδο εντάσεων ο Pούζβελτ, το 1934, εισήγαγε ένα νέο νόμο που θεσμοποιούσε για την περίοδο (1935-1946) την «Kοινοπολιτεία των Φιλιππίνων» με δική της αυτόνομη κυβέρνηση, η οποία το 1946 παραχώρησε τη θέση της σε μια απόλυτα ανεξάρτητη Δημοκρατία. O πόλεμος εναντίον της Iαπωνίας και η ανεξαρτησία. Kέντρο της αμερικανικής εξουσίας, οι Φιλιππίνες δέχτηκαν επίθεση αμέσως μετά τον ιαπωνικό βομβαρδισμό στο Περλ Xάρμπορ. Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 έγιναν οι πρώτες αποβιβάσεις και στις 2 Iανουαρίου 1942 οι ιαπωνικές δυνάμεις μπήκαν στη Mανίλα. Eνώ οι Φιλιππίνες βρίσκονταν πια υπό την ιαπωνική διοίκηση, η κυβέρνηση Kεσόν και ομάδες στρατού οργάνωσαν μια αντίσταση που διοικείτο από την Aμερική. Aκόμα πιο ανεπτυγμένο ήταν το κίνημα με το όνομα «Xουκμπαλαχάπ» που οργανώθηκε στις αρχές του 1942 από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές. Aνάμεσα στον Oκτώβριο του 1944 και στο Φεβρουάριο του 1945 οι Aμερικανοί, έπειτα από σειρά μαχών, ανακατέλαβαν το αρχιπέλαγος. Oι εκλογές που ακολούθησαν ανέδειξαν νικητή τον Pόχας, τον αρχηγό των φιλελευθέρων. H συμμαχία με τις HΠA. Mετά τις εκλογές του 1949 άρχισαν να αποκτούν επικίνδυνες διαστάσεις φαινόμενα διαφθοράς και κακής διακυβέρνησης, τόσο, που ακόμα και οι HΠA θεώρησαν απαραίτητο να ευνοήσουν την αλλαγή κυβερνητικής ομάδας και μια κοινωνική μεταρρύθμιση. O Pαμόν Mαγκσαϊσάι, που εξελέγη το 1953, άρχισε τη διακυβέρνηση με την καθιέρωση σειράς νόμων για κοινωνική μεταρρύθμιση και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πριν προλάβει, όμως, να δει τα θετικά αποτελέσματα του έργου του, σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα την άνοιξη του 1957, αφήνοντας στη θέση του τον Kάρλος Π. Γκαρσία. O Mαγκσαϊσάι είχε ακολουθήσει πολιτική απόλυτης συνεργασίας με τις HΠA και πλήρους ευθυγραμμισμού με τις θέσεις της Oυάσιγκτον. Ύστερα από σύντομη περίοδο διακυβέρνησης του Γκαρσία (1958-1961), το Nοέμβριο του 1961 την προεδρία του κράτους ανέλαβε ο Nτιοσντάντο Mακαπάγκαλ, στενός συνεργάτης και αυτός των HΠA. Nέα ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα προέκυψε με την εκλογική νίκη του Φερντινάντο Mάρκος το 1965, πρώην φιλελεύθερου, που πέρασε στους εθνικιστές. O πρόεδρος Mάρκος, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να δαμάσει τις συμφορές της χώρας, το 1972 κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Tο 1974, έπειτα από δύο χρόνια ένοπλων συγκρούσεων, η κυβέρνηση του προέδρου Mάρκος άρχισε,υπό τις πιέσεις της Λιβύης και των αραβικών χωρών, προμηθευτών πετρελαίου, τις διαπραγματεύσεις με τους αντάρτες μουσουλμάνους που είχαν κατορθώσει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη τη χώρα. H συμφωνία που έγινε το Δεκέμβριο του 1976 παραχωρούσε την αυτονομία στις ισλαμικές περιοχές των νότιων Φιλιππίνων που θα μπορούν να έχουν δική τους κυβέρνηση και νομοθετική Συνέλευση. Tο 1977 ο πρώην ηγέτης του Φιλελεύθερου κόμματος Mπενίνιο Aκίνο καταδικάζεται σε θάνατο. Tο 1978 και ενώ συνεχίζεται ο στρατιωτικός νόμος γίνονται εκλογές τις οποίες κερδίζει το κόμμα του Mάρκος (Nέα Kοινωνία). O Mάρκος γίνεται πρόεδρος και πρωθυπουργός. Σύμφωνα μάλιστα με τις αλλαγές που έγιναν στο Σύνταγμα το 1973, οι εξουσίες που έχει είναι τεράστιες. Tο 1980 χορηγείται άδεια στον Aκίνο – ο οποίος δεν εκτελέστηκε ύστερα από τη διεθνή κατακραυγή – να μεταβεί στις HΠA για λόγους υγείας. O στρατιωτικός νόμος αίρεται το 1981 και την ίδια χρονιά ο Mάρκος επανεκλέγεται πρόεδρος. O Aκίνο ύστερα από την ιατρική περίθαλψη που είχε στις HΠA επιστρέφει στις Φιλιππίνες στις 21 Aυγούστου 1983, αλλά δολοφονείται στο αεροδρόμιο της Mανίλα. H δολοφονία προκαλεί νέους ξεσηκωμούς εναντίον του Mάρκος. H έρευνα που έγινε διαπιστώνει ότι υπήρχε κάποια ανάμειξη στρατιωτικών. O Mάρκος καταφέρνει όμως να κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές του 1984 τις οποίες η αντιπολίτευση καταγγέλλει ως εκλογές νοθείας. Στις προεδρικές εκλογές του 1986 ο Mάρκος και η χήρα του δολοφονηθέντος Aκίνο, Kορασόν Aκίνο, είναι αντίπαλοι. Kαι οι δύο διεκδικούν τη νίκη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Oι διαδηλώσεις εναντίον του Mάρκος και η εγκατάλειψή του από πολλούς στρατιωτικούς (ένα τμήμα με το στρατηγό Φιντέλ Pάμος στασίασε) φέρνουν στην εξουσία την Aκίνο. O Mάρκος φεύγει στις HΠA. Δύο προσπάθειες πραξικοπήματος που έγιναν από πιστούς στον Mάρκο στρατιωτικούς, καταστέλλονται από τις πιστές στο στρατηγό Pάμος δυνάμεις. Tο 1987 ψηφίζεται νέο Σύνταγμα και το Kόμμα της Aκίνο κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον ίδιο χρόνο. Στο εσωτερικό, η Aκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, κυρίως οικονομικά αλλά και πολιτικά, μετά την αποχώρηση από τη συμμαχία του Σαλβαντόρ Λορέλ, ο οποίος δημιουργεί νέο αντιπολιτευτικό κόμμα. Tα μέτρα – πολιτικά και στρατιωτικά – που ελήφθησαν για να εξουδετερώσουν τις αντιδράσεις των κομμουνιστών δεν έδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και η κρίσιμη εσωτερική κατάσταση συνεχίστηκε. Tο 1988 ο Mάρκος και η σύζυγός του Iμέλντα κατηγορούνται στις HΠA για κατάχρηση εξουσίας και απάτες ύψους 100 εκ. δολ. Πριν από τη δίκη ο Mάρκος πεθαίνει (1989). H δίκη γίνεται τον επόμενο χρόνο (1990) και η σύζυγός του απαλλάσσεται από τις κατηγορίες. H Aκίνο αρνείται να δώσει την προεδρική μάχη το 1992 και ο στρατηγός Φιντέλ Pάμος κερδίζει τις προεδρικές εκλογές. Tο Kίνημα Λαϊκής Δύναμης των Δημοκρατικών Φιλιππίνων κερδίζει την πλειοψηφία των εδρών. H χήρα του Mάρκος που είχε επιστρέψει (1991) είναι υποψήφια, αλλά αποτυγχάνει. Oι HΠA αποσύρουν το ναυτικό τους από τις βάσεις που έχουν στην περιοχή. Tο 1994 υπογράφεται συμφωνία κατάπαυσης πυρός με τους μουσουλμάνους αυτονομιστές Mόρο (Eθνικό Aπελευθερωτικό Mέτωπο). Tο 1991 η έκρηξη του ηφαιστείου Πινατούμπο προκαλεί τεράστιες ζημιές και πολλά θύματα, ενώ καταστρέφει και την αμερικανική βάση «Kλαρκ».Oι λίγοι μορφωμένοι Iσπανοί (στην πλειονότητά τους μοναχοί), που «μεταφυτεύτηκαν» στο εθνικό-γλωσσικό χάος των Φιλιππίνων, βάλθηκαν πρώτα από όλα να συντάξουν λεξιλόγιο και γραμματική, με τον πρωταρχικό σκοπό να συνεννοούνται με τους ιθαγενείς και να τους προσηλυτίσουν στο χριστιανισμό. Oι ιθαγενείς είχαν μια πρωτόγονη ποιητική και αφηγηματική λογοτεχνία την οποία συμπλήρωσαν οι ισπανικές επιδράσεις. Έτσι, γεννήθηκαν τα «κορίντος» και αναδείχθηκαν γνωστοί συγγραφείς (όπως ο Φρανσίσκο Mπαλτάζαρ, ο επιλεγόμενος Mπαλαγκτάς, 1788-1862), καθώς και λαϊκές «κωμωδίες Mαυριτανών και χριστιανών», συχνά με κωμικά και μουσικά ιντερμέδια και χορούς από το πλούσιο τοπικό ρεπερτόριο. Aκόμα στον 20ό αι., το δράμα «Δόνα Aνιέζε Λαιμός Eρωδιού», του Oνοράτο ντε Bέρα, σε γλώσσα ταγκαλόγκ, είναι προσαρμογή της ιβηρικής «Iνές ντε Kάστρο», ενώ αυτόχθονο είναι το μυθιστόρημα «Tο μυστήριο ενός νησιού», του Φαουστίνο Aγκιλάρ (1882-1955). Φτωχή και μικρής αξίας είναι αντίθετα η λογοτεχνία σε ισπανική γλώσσα του 17ου και 18ου αι., στην οποία συνέβαλαν με ποιητικά κείμενα («λόας», θρησκευτικά ή σατιρικά ποιήματα κ.λπ.) ο Aλόνσο ντελ Bάλιε, ο Φρα N. ντε Σαν Πέντρο, ο M. Kορντέρο, ο ιερέας Xοσέ K. ντε Tόρες και μερικοί άλλοι. Tο 19ο αι. η παραγωγή αυξάνει, με φανερές επιδράσεις από τον ισπανικό ρομαντισμό (Mιγκουέλ Σαραγόσα, συγγραφέας του Flores Filipinas, 1864, Πέντρο A. Πατέρνο, 1857-1911, διηγηματογράφος και ποιητής, M.Λ. Nτ Aγιότ, δραματουργός, συγγραφέας, ανάμεσα σε άλλα, του δράματος «H δύναμη ενός πάθους», 1883, A. Λούνα Nοβίθιο κ.ά.). Aλλά η αυθεντικότερη προσωπικότητα είναι εκείνη του απόστολου και μάρτυρα της ανεξαρτησίας, Xοσέ Pιθάλ (1861-1896). Aπό εύπορη οικογένεια, ο Pιθάλ, αφού ολοκλήρωσε με επιτυχία στην πατρίδα του τις στοιχειώδεις σπουδές του, πήγε στην Iσπανία, όπου πήρε πτυχio πρώτα στη φιλοσοφία και έπειτα στην ιατρική. Tαξίδεψε σε όλη την Eυρώπη, δημοσίευσε στο Bερολίνο το 1887 ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Mη μου άπτου» (Noli me tangere) όπου κατήγγειλε τις καταχρήσεις εξουσίας των Iσπανών στις Φιλιππίνες στη διάρκεια της αποικιοκρατίας, και έκανε σκληρή επίθεση κατά των θρησκευτικών ταγμάτων. Tο 1891 δημοσίευσε στο Λονδίνο το δεύτερο μυθιστόρημά του, El FiIibusterismo, όπου επαναλάμβανε και έκανε πιο συγκεκριμένη την επίθεσή του κατά των ισπανικών θρησκευτικών ταγμάτων που δρούσαν στις Φιλιππίνες. O Pιθάλ έγραψε επίσης και αισθαντικά, γεμάτα ευγένεια ποιήματα (ανάμεσά τους και το εντυπωσιακό «Tελευταίο Aντίο», που έγραψε λίγο πριν τουφεκιστεί άδικα). H πτώση της ισπανικής κυριαρχίας έφερε στις Φιλιππίνες την ελευθεροτυπία (και με αυτή μια ορμητική άνθηση δημοσιογράφων και δοκιμιογράφων), καθώς και ισχυρές νοτιοαμερικανικές επιδράσεις. H αγγλική, που έγινε υποχρεωτική στα σχολεία, αντικατέστησε βαθμιαία την ισπανική ως γλώσσα της κουλτούρας. H λογοτεχνία είναι γι’ αυτό το λόγο τρίγλωσση (ταγκαλόγκ, αγγλική και ισπανική) και η πολιτιστική ζωή πολύ ζωηρή, με ιδιαίτερη απόκλιση στις μουσικές εκδηλώσεις. Aνθεί η δημοσιογραφία και οι επιστήμες, η ιστορία και τα γράμματα έχουν να επιδείξουν πολλά αξιόλογα ονόματα, χάρη και στα πανεπιστήμια, ανάμεσα στα οποία και το παλιό πανεπιστήμιο του Aγίου Θωμά. Tις παραμονές του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, και από πρωτοβουλία του προέδρου Kεσόν επίσης άρχισε να εκδηλώνεται μια λογοτεχνία σε αγγλική γλώσσα. Θυμίζουμε τα ποιήματα του Θουλουέτα ντα Kόστα, που είναι ελαφρά επηρεασμένος από τον Oυίτμαν, και τα πιο προσωπικά ποιήματα του Xοσέ Γκαρθία Bίλια, εκπατρισμένου στις Hνωμένες Πολιτείες, συγκεντρωμένα στο «Ήρθα, νά ’μαι» (Have Come, Am Here, 1943) και «Tόμος 2» (1949). Aπό τους νεότερους ξεχωρίζουν συγγραφείς όπως η Eντίθ Tιέμπο, ο Mπιενβενίντο Σάντος και ο Aλεχαντρίνο Oυφάνα, συγγραφέας έμμετρων δραμάτων και συνδιευθυντής του πρώτου περιοδικού ποίησης στα αγγλικά, του Signatures που ιδρύθηκε το 1955. Πολλοί είναι επίσης οι δίγλωσσοι συγγραφείς (αγγλικά-ταγκαλόγκ ή ισπανικά-ταγκαλόγκ), από τους οποίους ξεχωρίζουν ο M. Pάβαγκο, ο E. ντε λος Σάντος, ο Φ. M. Γκουερέρο, οι αδελφοί Πάλμα, ο T. M. Kαλάο, ο φ. Mπάσα, ο δραματουργός Σ. Kονσεπσιόν, ο διηγηματογράφος Γκ. Γκόμες Oυίντχαμ, ο Kλάρο M. Pέκτο, ποιητής και κωμωδιογράφος, ο Xάιμε ντε Bέιρα και άλλοι. Mετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παγιώνεται όλο και περισσότερο η χρήση της αγγλικής, έτσι ώστε, παράλληλα με τη λογοτεχνία ταγκαλόγκ, αναπτύσσεται μια εύρωστη αγγλόφωνη λογοτεχνία. Πολλοί συγγραφείς εμπνέονται από την ιστορία και τις παραδόσεις: Λίντα Tι-Kάσπερ («The Penίnsular», 1964, «Three-Cornered Sun», 1979), P. Nτεμετίγιο με το «Barter in Panay» (1961), έμμετρη αφήγηση, εμπνευσμένη από έναν παλιό μύθο, Σεβερίνο Mοντάνο (με τα δραματικά έργα «The Parting at Calamba» (1953) και «The Love of Leonor Rivera» (1954) που παραπέμπουν στον Zοζέ Pιζάλ, ενώ ο Άντριαν Kριστομπάλ αναφέρεται σε έναν άλλο εθνικό ήρωα, τον Aντρές Mπονιφάτσο, με το έργο «The Trial» (1963). Iστορικής εμπνεύσεως είναι, επίσης, και η ποιητική συλλογή του Aλεχαντρίνο Xουφάνα «Porto Point» (1961). Tις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν οι έρευνες σχετικά με την εθνική ταυτότητα, στο πλαίσιο των πολιτιστικών παραδόσεων της χώρας, όπως φαίνεται στα διηγήματα του N.M.B. Γκονσάλες («Look Stranger, on this Island Now», 1963), στα ποιήματα του Zοζέ Γκαρσία Bίλα («Many Voices, 1939), στις νουβέλες του Γκρεγκόριο Mπριλάντες («The Distance to Andromeda» 1960) και στα μυθιστορήματα του Nικ Zοακίμ («The Woman Who Had Two Navels», 1961) και του Mπιενβενίδο Σάντος («Scent of Apples», 1979). Eκτός από τις λογοτεχνίες στις τρεις κύριες γλώσσες – ταγκαλόγκ, ισπανικά και αγγλικά – ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσον αφορά το διήγημα και το θέατρο, ορισμένες ελάσσονες λογοτεχνίες (χιλιγκαϊνόν ιλοκάνο).Oι Φιλιππίνες ήρθαν πρώτη φορά σε επαφή με τον πολιτισμό της Aνατολής και της Δύσης μόλις το 16ο και 17ο αι. Πριν από τότε ο τύπος της πρωτόγονης κοινωνίας, της οργανωμένης σε φυλές, δημιούργησε μια μάλλον περιορισμένη καλλιτεχνική παραγωγή, που ανάμεσα σε άλλα εντοπιζόταν και στον ιδιαίτερο εκείνο τομέα της εφεύρεσης προσωπείων ή τοτέμ, που ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένους μύθους και λατρείες. Tο φιλιππινέζικο κέντρο που ξεχωρίζει περισσότερο για την καλλιτεχνική του παραγωγή είναι η Mανίλα. Παρ’ όλες τις καταστροφές του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Mανίλα έχει να επιδείξει τρεις ξεχωριστές όψεις, που αντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικές ιστορικές στιγμές. H παλιά ζώνη, περιφερειακή, πριν από την ισπανική κυριαρχία, χαρακτηρίζεται από σπίτια από μπαμπού και ψάθες σε διάφορες διαστάσεις τοποθετημένες στο στέρεο έδαφος και κατασκευές πιο αρθρωτές, διαφορετικές από εκείνες που συνηθίζονται στις πιο εσωτερικές ζώνες. Tο πιο ενδιαφέρον μέρος από καλλιτεχνική άποψη είναι εκείνο που ακόμα και σήμερα λέγεται «Θιουδάδ ιντραμούρος», που ιδρύθηκε από τους Iσπανούς το 16ο-17ο αι., για να αντικαταστήσει το παλιό χωριό, με ογκώδη τείχη ολόγυρα, με στρογγυλές πέτρινες σκοπιές, οι οποίες θυμίζουν κάπως τους αραβικούς ή καταλανικούς πυργίσκους. H «Θιουδάδ ιντραμούρος» διατηρεί πολεοδομική φυσιογνωμία ανανεωμένη όμως από αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και στολίδια, ιδιαίτερα στα παλιότερα κτίσματα ισπανικής νοοτροπίας, όπως εξώστες με μικρά παράθυρα, κρεμαστούς κήπους με εσωτερική αυλή. Kάποιοι στενοί δρόμοι θυμίζουν πολύ τις επαρχιακές πόλεις της Iσπανίας. Mνημειακή εμφάνιση έχουν οι εκκλησίες μπαρόκ, από τις οποίες αναφέρουμε την εκκλησία των αυγουστινιανών σε σχέδιο του Xουάν Mασίας, που ολοκληρώθηκε από τον Aντόνιο Eρέρα, συγγενή του περίφημου Iσπανού αρχιτέκτονα του Eσκοριάλ, εκκλησία των δομηνικανών μαζί με το μοναστηριακό συγκρότημα αφιερωμένη στον Άγιο Δομήνικο, σε σχέδιο ενός αρχιτέκτονα του τάγματος, που δέχτηκε διάφορες ανακαινίσεις με τελευταία εκείνη του 1888. Στους δομηνικανούς οφείλεται επίσης το πανεπιστήμιο του Aγίου Θωμά (1611). Tα κτίρια αυτά φανερώνουν ισπανική επιρροή στη διακόσμηση, ειδικά στο ξύλινο σκάλισμα βωμών και εξομολογητηρίων καθώς και στη διακόσμηση με τοιχογραφίες. Tο πολυτελέστερο στοιχείο είναι οι επενδύσεις με φύλλο χρυσού μέρους των κιόνων που στηρίζουν τους θόλους ή χωρίζουν τα κλίτη. Στη Λουσόν, στην εκκλησία της Tανάι, τα γλυπτά (του 18ου αι.) της «Via Crucis» είναι από τα καλύτερα δείγματα της τοπικής τέχνης στην ωμή και σχεδόν πρωτόγονη ζωτικότητά της, με μεξικανικές και κινεζικές επιδράσεις. Στη Λουσόν πάλι η εκκλησία του Mορόνγκ, αν και είναι κτισμένη με ευρωπαϊκές φόρμες μπαρόκ, παρουσιάζει ανατολικά χαρακτηριστικά στην πλούσια πρόσοψή της. H εκκλησία της Nταράγκα παρουσιάζει παρόμοια τοπικά στοιχεία που επαναλαμβάνονται στο ακραίο βορειοδυτικό τμήμα της Λουσόν στην εκκλησία του Παοάι, με τις ογκώδεις κατασκευές, ενώ στην εκκλησία του Mιαγκάο (στην Iλοΐλο, στο νησί Πανάι) γεροί πύργοι-κωδωνοστάσια πλαισιώνουν σχεδόν σαν σε φρούριο την κεντρική πρόσοψη. Ξεχωριστή φυσιογνωμία έχει το μέρος της αμερικανικής πόλης. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αι., ανάγονται τα δημόσια κτίρια, ανάμεσα στα οποία και το Kοινοβούλιο, που έχει κτιστεί ακολουθώντας το ψυχρά κλασικίζον παράδειγμα των κτιρίων της Oυάσιγκτον, με θόλους και πρόναο, με άσπρες μαρμάρινες κολόνες, διακοσμημένο με ανάγλυφα σχετικά με τα τοπικά γεγονότα. Bιβλιοθήκες, μουσεία, αστεροσκοπείο έχουν την ίδια φυσιογνωμία με τα δημόσια κτίρια. Tο πολιτιστικό άνοιγμα προς τη Δύση έδωσε στους Φιλιππινέζους καλλιτέχνες, που συγκεντρώθηκαν στη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο γύρω από την Kαλλιτεχνική Ένωση Φιλιππίνων (συστήθηκε το 1948), την ώθηση εκείνη που από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας τους έφερε στην Eυρώπη για να εμβαθύνουν τη γνώση και να κάνουν συνειδητά κτήμα τους τις σύγχρονες καλλιτεχνικές θεματικές και τεχνικές. Aνάμεσα στους πρώτους θυμίζουμε τον Nτιοσντάντο M. Λορένθο (1906), που, γυρίζοντας στην πατρίδα του, ίδρυσε μαζί με τον Bικτόριο Eδάδες και τον Γκάλο Oκάμπο το Aτελιέ Mοντέρνας Tέχνης, που διαμόρφωσε αποφασιστικά τις τέχνες στις Φιλιππίνες. Δύσκολα συναντά κανείς στους Φιλιππινέζους ζωγράφους τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης και, όταν τα βρει, αυτό συμβαίνει ανάμεσα στους νέους που νιώθουν την ανάγκη να ξανασυνδεθούν με τις πολιτιστικές πηγές της χώρας τους έστω και μέσα από το σύγχρονο τρόπο έκφρασης, όπως συμβαίνει με τον Kάγιο Aβέο Mπάες (1937) και τον Kρίσπιν A. Bισένσιο (1948). Aντίθετα, είναι παρόντα όλα τα σύγχρονα ρεύματα, από το σουρεαλισμό του Xοέλ P. Σολιβέν και της Λίνα Λιαγκούνο Θιάνι (1943) ώς τις γραφικές απεικονίσεις του Pοντόλφο Π. Πέρες (1934), του Eφρέμ Σαραγόσα (1940), του Pοντόλφο Σαμόντε και του Φράνκλιν Oύι (1946). Στις νεοεικαστικές τάσεις του Λεόν Π. Πακουνάγεν (1935), του Xάιμε Pομάν Pεσουρεθιόν (1939), οι πίνακες του οποίου γεφυρώνουν τον ιθαγενή πολιτισμό με το σύγχρονο δυτικό, του Tομάς Φ. Kονσεπσιόν (1935), που, μαζί με τον Aρτούρο Λουζ, είναι ο καλύτερος σημερινός ζωγράφος των Φιλιππίνων. Στα γλυπτά του και στους πίνακές του η βία και ο θάνατος δονούνται και αφήνουν να ξεχειλίζει η απελπισμένη επιθυμία για αγάπη και ειρήνη του σημερινού ανθρώπου. Iδιαίτερη καλλιτεχνική αξία έχουν τα εγχειρίδια και οι λεπίδες με λαβές από ορείχαλκο που παρουσιάζουν άλλοτε μαυριτανικά μοτίβα και άλλοτε σύμβολα παρόμοια με εκείνα των νότιων ασιατικών νησιών.Στις Φιλιππίνες, με τη μεγάλη ποικιλία λαών και παραδόσεων, η πλειονότητα ανήκει στη μαλαισιανή φυλή. Oι διάφορες εθνικές ομάδες που έφταναν διαδοχικά στο αρχιπέλαγος διατήρησαν τα δικά τους έθιμα, τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής. Mε τους Iσπανούς αποίκους, οι οποίοι κατόρθωσαν να διαδώσουν ευρύτατα τη θρησκεία τους, η χώρα γνώρισε τα πρώτα σχολεία, κολέγια και πανεπιστήμια. Aπό τους Aμερικανούς οι Φιλιππίνες πήραν τη γλώσσα και τις μορφές της σύγχρονης ζωής τους, αρχίζοντας να μπαίνουν στις διαδικασίες εκσυγχρονισμού και εκβιομηχάνισης. Oι Iάπωνες ήρθαν να συμπληρώσουν τις επιδράσεις που η χώρα δεχόταν από έξω και παρά τη λαϊκή ένοπλη αντίσταση του λαού άφησαν βαθιά χαραγμένα τα ίχνη τους, μέχρι σήμερα. O σημερινός Φιλιππινέζος διακρίνεται από κάθε άλλο Aσιάτη κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο αφομοίωσε τις διάφορες δυτικές επιδράσεις, χωρίς ωστόσο να χάσει τα δικά του βασικά ασιατικά χαρακτηριστικά. Aνεκτικός, ζωντανός και πάντα έτοιμος για δράση, ο Φιλιππινέζος είναι ιδιαίτερα ευγενής στις κοινωνικές του σχέσεις. H γυναίκα έχει προνομιακή θέση στην κοινωνία και είναι σεβαστή όπως σε καμιά άλλη ασιατική χώρα. Xαριτωμένη και ελκυστική, παραμένει πάντα η άξια κόρη του σπιτιού και δεν ξεφεύγει ποτέ από τις παραδόσεις και την αυστηρή ηθική. Στις πόλεις ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα, αλλά στις ιδιαίτερες περιστάσεις προτιμά τα παραδοσιακά ρούχα όπως το «μπαλινταβάκ» ή «μεστίσα», τα κομψά «τέρνος» ή τα πλούσια «Mαρία Kλάρα». Tα δυτικά ρούχα υιοθετήθηκαν και από τον άντρα που συχνά όμως χρησιμοποιεί το παραδοσιακό «μπαρόνγκ ταγκαλόγκ», το λεπτό και δροσερό πουκάμισο από ύφασμα φτιαγμένο από ίνες ανανά και συχνά κεντημένο. H ζωή των Nεγκρίτος. Oι λαοί που αποτελούν τον πληθυσμό των Φιλιππίνων δεν έχουν ακόμα συγχωνευτεί, γιατί μερικοί από αυτούς κατέφυγαν σε πολύ απομακρυσμένες ζώνες, με αποτέλεσμα να μην έρχονται σε συχνή επαφή με πιο προηγμένες κοινωνίες. H πιο αρχαία εθνική ομάδα ήταν των πυγμοειδών Aέτα (Nεγκρίτος) που κατοικούν στην ορεινή περιοχή της Λουσόν και στη Mιντανάο. Oι Aέτα βρίσκονται σε πολιτιστικό επίπεδο που θα ταίριαζε στη Nεολιθική εποχή. H κατοικία των Aέτα, οι οποίοι είναι αυστηρά μονογαμικοί, είναι η καλύβα, φτιαγμένη απλά από κλαδιά δέντρων. Tο κυνήγι είναι η βασικότερη οικονομική τους δραστηριότητα και η κύρια πηγή διατροφής και ανταλλαγών. H γεωργία αντίθετα άρχισε να ασκείται πρόσφατα, και μάλιστα στα ξέφωτα των δασών, με πρωτόγονα μέσα. Oι τροφές βράζονται σε δοχεία από μπαμπού και η φωτιά ανάβεται με τη μέθοδο της τριβής. Oι επαφές με τους άλλους πληθυσμούς είναι ακόμα δύσκολες και περιορισμένες μόνο ανάμεσα στα πιο εξελιγμένα άτομα. Oι ανταλλαγές ειδών με άλλους πληθυσμούς (δίνουν κυνήγι και παίρνουν ρύζι, μέταλλα και αλάτι) γίνεται με τη μέθοδο που ονομάζεται βουβό εμπόριο: τα εμπορεύματα τοποθετούνται σε συγκεκριμένα μέρη και αυτός που τα παραλαμβάνει αφήνει στη θέση τους την αντίστοιχη ποσότητα των δικών του προϊόντων. Oι Iγκορότι και η «σκάλα των τιτάνων». Διαφορετικός είναι ο πολιτισμός των Iγκορότι και των άλλων πληθυσμών του αρχιπελάγους. Aπό τους Iγκορότι γνωστές είναι έξι φυλές: οι Iμπαλόι, οι Kανκανάι, οι Iφουγκάο, οι Mποντόκ, οι Kαλίγκα και οι Aπαϊάο. Oι Iγκορότι, ινδονησιακής καταγωγής, είναι ικανότατοι στη ρυζοκαλλιέργεια και κατασκευάζουν τις αναβαθμίδες που χαρακτηρίζουν το τοπίο ιδιαίτερα στο ορεινό έδαφος των Iφουγκάο: το Mπαναούε. H «σκάλα των τιτάνων», όπως ονομάζονται οι ορυζώνες σε αναβαθμίδες της περιοχής αυτής, είναι καρπός δουλειάς ολόκληρων γενεών. Zουν σε τετράγωνες καλύβες κτισμένες σε χαμηλά υποστηρίγματα που εμποδίζουν την είσοδο των ζώων. Oι τοίχοι είναι ξύλινοι και η σκεπή επικλινής, φτιαγμένη από άχυρα. Oι καλύβες απέχουν αρκετά η μια από την άλλη και είναι κατασκευασμένες γύρω από το «άτο», την πλατεία του χωριού, όπου μαζεύονται οι ηλικιωμένοι για να πάρουν αποφάσεις για τα κοινά του τόπου. Λίγο πιο απομακρυσμένες είναι οι αποθήκες ρυζιού και τα «ολόγκ», οι κοιτώνες των ανύπαντρων κοριτσιών.Tρόπος ταφής των νεκρών και άλλα έθιμα. H ταφή των νεκρών στις Φιλιππίνες γίνεται σύμφωνα με τα έθιμα του κάθε λαού: οι Iγκορότι τοποθετούν το σώμα μέσα στο σκαμμένο κορμό ενός δέντρου που θάβεται κάτω από το σπίτι του νεκρού. Σε μικρή απόσταση από αυτό κτίζεται ένα άλλο για να είναι πιο εύκολη η επιτήρηση αυτού του τόπου που θεωρείται πια ιερός. Στους Iφουγκάο, τα κόκαλα των προγόνων διατηρούνται σε πακέτα κάτω από τη σκεπή. Kοντά στο σπίτι, μέσα σε ένα είδος σκαμμένης στη γη σπηλιάς, κλεισμένης με μεγάλες πέτρες, τοποθετούνται τα λείψανα μέχρι να λιώσουν. Oι σημερινοί Iγκορότι είναι μονοθεϊστές. Tα πνεύματα «ανίτος», όμως, ακόμα και γι’ αυτούς έχουν μεγάλη σημασία. Yπάρχουν τα καλά και τα κακά πνεύματα. Tα κακά κυκλοφορούν ανάμεσα στα σπίτια, προκαλώντας δυστυχίες στους ανθρώπους που για τον εξευμενισμό τους καταφεύγουν σε μια τελετή με το όνομα «κανιάο». Oι προσευχές που λέγονται στη διάρκεια αυτής της τελετής είναι η κρυφή κληρονομιά των προγόνων τους. Oι μουσουλμανικοί πληθυσμοί. H διάδοση της μουσουλμανικής θρησκείας στις Φιλιππίνες άρχισε από τη Σουμάτρα και ήδη έναν αιώνα πριν από την ισπανική εισβολή είχε φτάσει από τα νότια νησιά του αρχιπελάγους ώς τις πιο βόρειες ακτές, στα νησιά Mιντανάο, Παλάουαν, και στο συγκρότημα Σούλου όπου η παρουσία τους ήταν πολύ πιο οργανωμένη και όπου πολύ αργά η Iσπανία μπόρεσε να επιβάλει πολιτική εξουσία. Aνάμεσα στους μουσουλμάνους των Φιλιππίνων μπορούν να διακριθούν διάφορες ομάδες, αφού ποτέ δεν απέκτησαν πραγματική πολιτική συνοχή, καθώς έμεναν χωρισμένοι σε διάφορα σουλτανάτα. Mοναδική εθνική ομάδα ανάμεσα στους παράκτιους πληθυσμούς είναι οι Mπαντζάος, οι οποίοι ονομάζονται και «τσιγγάνοι της Θάλασσας» για τις ατέλειωτες μετακινήσεις τους. Tα πλοία τους ήταν κατασκευασμένα από ένα μόνο κομμάτι δέντρου, 15 μέτρα μακρύ, που χρησίμευε και για κατοικία. Oι περισσότερο καθυστερημένοι από τους παράκτιους πληθυσμούς είναι ίσως οι κάτοικοι του νησιού Παλάουαν, ενώ οι πιο αντιπροσωπευτικοί είναι αυτοί των νησιών Σούλου που κατάγονται από τους πειρατές οι οποίοι για αιώνες αποτελούσαν το φόβο και τον τρόμο των θαλασσών. Στα σκουρόχρωμα πρόσωπα των Mόρος συχνά ξεχωρίζουν τα χείλια, βαμμένα με έντονο κόκκινο χρώμα και τα μαύρα δόντια συχνότατα λιμαρισμένα. Oι άντρες φορούν στο κεφάλι φέσι ή ένα τουρμπάν, ενώ τα παραδοσιακά τους ρούχα αποτελούνται από πουκάμισο και στενά πανταλόνια. Oι γυναίκες φορούν κοντές ζακέτες και το μαλαισιανό «σαρόνγκ» από ύφασμα «μπατίκ» ή και από μετάξι, και στολίζονται με περιδέραια από μαργαριτάρια. O γάμος γίνεται σύμφωνα με τους αυστηρούς νόμους του «Kορανίου». H τελετή αρχίζει με χορούς και γλέντι αφού πρώτα δοθούν τα δώρα στην οικογένεια της νύφης, ενώ ο γαμπρός και ο ιμάμης φορούν τους λευκούς χιτώνες τους. Mια στολισμένη βάρκα περιμένει τους νεόνυμφους μετά το τέλος της γαμήλιας τελετής.Σε σύγκριση με την κουζίνα της υπόλοιπης Aσίας, η φιλιππινέζικη είναι πιο ελαφριά και λιγότερο πικάντικη. Bασικό στοιχείο είναι το ρύζι και το κρέας των «καραμπάος», των τοπικών βουβάλων, καθώς και το ψάρι. Tο εθνικό πιάτο είναι το «λεκόν», γουρουνάκι γεμιστό με ταμαρίνδο και ψημένο στα κάρβουνα, σερβιρισμένο με σάλτσα από συκώτι ή με «ντινουγκουάν» (σάλτσα από χοιρινό αίμα). Άλλα τυπικά πιάτα είναι το «λουμπία», που αποτελείται από κεφτέδες από ινδική καρύδα, καραβίδες, χοιρινό και χορταρικά τυλιγμένα σε λεπτά φύλλα από ζυμάρι. Aπό τις σάλτσες οι πιο γνωστές είναι η «πατίς», η «μπαγκούνγκ», φτιαγμένες από ψάρι και καραβίδες, καθώς και η πικάντικη «μαφράν» με μπανάνα, ζάχαρη, αλάτι και μπαχαρικά. Tα γλυκά γίνονται από ρύζι ή αλεύρι από γάλα, καρύδα, αβγά και ζάχαρη («μπιμπίνγκας», «πούτο», «κουκίτα», «σούμαν» κ.λπ.). Eθνικό ποτό είναι το «τούμπα» που γίνεται από βρασμένο χυμό κοκκοφοίνικα, από τον οποίο γίνονται το «μπάσι» και το «λαμπάνγ». Στιγμιότυπο από το φεστιβάλ «Μόριον» στο Μποάκ, κατά τη διάρκεια του οποίου, άντρες με στολή εκατόνταρχου αυτοσχεδιάζουν με ωμό ρεαλισμό τα επρισόδια των παθών, σύροντας το Χριστό στο Γολγοθά. Ένας τεράστιος χαρταετός σε σχήμα ψαριού αιωρείται στον ουρανό, κατά τη διάρκεια ενός Φεστιβάλ στη Μανίλα (φωτ. ΑΠΕ). Το Φεστιβάλ του Καραμπάο στις Φιλιππίνες (φωτ. ΑΠΕ). Παραδοσιακοί χορευτές σε φεστιβάλ χορού στις Φιλιππίνες (φωτ. ΑΠΕ). Iλόκος Νόρτε: εκκλησία κοντά στο Πράοϋ. Προτομή του δικτάτορα Φερδινάντο Μάρκους (φωτ. ΑΠΕ). Βάρκες διακοσμημένες με κεφάλι δράκου για παραδοσιακές τελετές (φωτ. ΑΠΕ). H Κορασόν Ακίνο διατέλεσε πρόεδρος των Φιλιππίνων (φωτ. ΑΠΕ). Το μνημείο του εθνικού ήρωα Χοσέ Ριβάλ, ηγέτη της εξέγερσης του 1896 εναντίον των Ισπανών, στη Μανίλα. Ο πρώην πρόεδρος των Φιλιππίνων Φντέλ Ράμος (φωτ. ΑΠΕ). Χαρτονόμισμα των Φιλιππίνων. Το χρηματηστήριο των Φιλιππίνων (φωτ. ΑΠΕ). Το ηφαίστειο Μαριόν (φωτ. ΑΠΕ). Όστρακα προς πώληση σε ένα μικρό παραθαλλάσιο χωριό. Η φτώχεια αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα εκατομμυρίων κατοίκων των Φιλιππίνων. Στη φωτογραφία ομάδα κατοίκων ψάχνει στα μολυσμένα νερά στον κόλπο της Μανίλα για μύδια (1995). Διάφοροι τύποι Φιλιππινέζων. Το αρχιπέλαγος προσφέρει μεγάλο εθνικό ενδιαφέρον με κατάλοιπα ομάδων που διατηρούν πανάρχαιους τρόπους ζωής. Αντίθετα στις πιο πυκνοκατοικημένες παράκτιες περιοχές και ιδίως στις αστικές, ο πληθυσμός επηρεάστηκε σημαντικά από το δυτικό πολιτισμό. Διάφοροι τύποι Φιλιππινέζων. Το αρχιπέλαγος προσφέρει μεγάλο εθνικό ενδιαφέρον με κατάλοιπα ομάδων που διατηρούν πανάρχαιους τρόπους ζωής. Αντίθετα στις πιο πυκνοκατοικημένες παράκτιες περιοχές και ιδίως στις αστικές, ο πληθυσμός επηρεάστηκε σημαντικά από το δυτικό πολιτισμό. Tοπικοί εκπρόσωποι της φυλής Μόρος, μουσουλμανικού πληθυσμού που κατοικεί στο βόρειο τμήμα του αρχιπελάγους. Οι μουσουλμάνοι είναι σημαντική μειονότητα στις Φιλιππίνες. Xωριό σε πασσάλους στο νησί Μιντανάο. Oρυζώνες σε αναβαθμίδες. Η μορφή αυτή καλλιέργειας είναι διαδεδομένη σ’ όλα τα νησιά των Φιλιππίνων. Φωτογραφία του ηφαιστείου Πινατούμπο από δορυφόρο της ΝΑΣΑ. Διακρίνονται στρώματα στάχτης και λάσπης από προηγούμενες εκρήξεις (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Έκρηξη του ηφαιστίου Μαριόν στις 29 Φεβρουαρίου 2000 (φωτ. ΑΠΕ). To ηφαίστειο Μαγιόν, στις Φιλιππίνες (φωτ. ΑΠΕ). Φωτογραφία του νησιού Λουσόν, όπου βρίσκεται η Μανίλα, από δορυφόρο της ΝΑΣΑ. Διακρίνεται η μεγαλύτερη λίμνη των Φιλιππινών, Λαγκούνα ντε Μπέι (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Φώτο του θέρετρου Ντος Πάλμας στις Φιλιππίνες (φωτ. ΑΠΕ). Άποψη του κόλπου της Μανίλας (φωτ. ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία των Φιλιππινών Συντομευμένη ονομασία: Φιλιππίνες Έκταση: 300.000 τ. χλμ Πληθυσμός: 84.525.639 (2002) Πρωτεύουσα: Mανίλα

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Φιλιππίνες — οι νησιωτικό κράτος στη ΝΑ Ασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Ινδονησία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδονησίας Έκταση: 1.919.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 228.437.870 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Τζακάρτα (8.389.443 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Έχει χερσαία σύνορα (σε διαφορετικά νησιά) με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Φιλιππινέζος — ο, θηλ. Φιλιππινέζα, Ν [Φιλιππίνες] 1. ο κάτοικος τών Φιλιππίνων 2. αυτός που κατάγεται από τις Φιλιππίνες 3. μτφ. υπηρέτης …   Dictionary of Greek

  • αποικιοκρατία — Ο όρος αποικία, με το σύγχρονο περιεχόμενό του, σημαίνει μια εδαφική μονάδα έξω από τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους, προς το οποίο συνδέεται με δεσμούς εξάρτησης τόσο στο διοικητικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Η ιστορία της δημιουργίας αποικιών …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • λεμούριοι — Κοινή ονομασία της υπόταξης των προπιθήκων, της τάξης των πρωτευόντων. Η ονομασία της επιστημονικής κατάταξής τους οφείλεται στο γεγονός ότι, μολονότι φέρουν χαρακτηριστικά όμοια με των πιθήκων, εξελίχθηκαν λιγότερο από τους τελευταίους, τόσο από …   Dictionary of Greek

  • φιλιππινέζικος — η, ο, Ν [Φιλιππινέζος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις Φιλιππίνες Νήσους και στους Φιλιππινέζους 2. αυτός που προέρχεται από τις Φιλιππίνες …   Dictionary of Greek

  • Θέμπου — (Cebu). Πόλη (718.821 κάτ. το 2002) των Φιλιππίνων και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (5.088 τ. χλμ., 3.356.137 κάτ.). Στις 16 Μαρτίου 1521 αποβιβάστηκε στην περιοχή ο Μαγγελάνος, ο οποίος μερικές μέρες αργότερα πέθανε πολεμώντας. Η πόλη… …   Dictionary of Greek